Σχεδιάζοντας μια πολιτισμική- ιστορική διαδρομή για τη Φορτέτσα Ηρακλείου

Ασπασία Βασιλάκη, Εκπαιδευτικός- M.Ed. στην ιστορία της εκπαίδευσης

Περίληψη

Τα τοπωνύμια, όπως γράφει ο αρχαιολόγος Αντώνης Βασιλάκης (2004), δείχνουν την περιπέτεια του ανθρώπου και του τόπου στους αιώνες. Μια ιστορία διόλου ασήμαντη. Κατά τις Κ. Μπάδα και Ε. Ματσούκη, το επίκεντρο του ιστορικού –ανθρωπολογικού ενδιαφέροντος έχει μετατεθεί σε μια νέα διάσταση του ιστορικού γίγνεσθαι: στο πώς τα υποκείμενα συλλαμβάνουν και αναπαριστούν το παρελθόν τους, πώς ανακατασκευάζοντας αυτό είτε συλλογικά, είτε ατομικά διαπραγματεύονται την πολιτισμική τους ταυτότητα στο παρόν. Επισημαίνεται ότι οι τόποι μνήμης που προκαλούν το ερευνητικό ενδιαφέρον μπορεί να εκτίνονται από τις πιο υλικές εκφάνσεις έως τις πιο «φαντασιακές».

Αντικείμενο της πρότασής μας είναι η δημιουργία ενός «τόπου μνήμης» για την περιοχή της Φορτέτσας Ηρακλείου, μέσα από το σχεδιασμό μιας πολιτισμικής- ιστορικής διαδρομής.

Λέξεις- Κλειδιά: πολιτισμική- ιστορική διαδρομή, μνημονικός τόπος, μικρο- ιστορία, Φορτέτσα

 

Εισαγωγή

Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους λεγόμενους «μνημονικούς τόπους». Η έκρηξη μνήμης που αποτελεί επίκεντρο κυρίως του ιστορικού- ανθρωπολογικού ενδιαφέροντος σημειώνει μια επιστημολογική και μεθοδολογική μετατόπιση: η συλλογική μεγάλη αφήγηση «υποχωρεί» μπροστά στη νέα διάσταση του ιστορικού γίγνεσθαι,  τη μικρο- ιστορία.

Στο πλαίσιο αυτής της προσέγγισης ευνοούνται τα νέα παραδείγματα της ιστοριογραφίας όπως η καθημερινή ζωή, οι απλοί πολίτες, οι νοοτροπίες, τα επαγγέλματα, ο πολιτισμός, σημεία που συνάδουν με την ιστορία των τόπων και για τα οποία οι τοπικές κοινωνίες διατηρούν έντονες μνήμες. Στη βάση αυτή των ίδιων προσεγγίσεων αναδεικνύεται επίσης η σημασία της ενεργητικής οικοδόμησης της γνώσης μέσω των ερωτημάτων που θέτουν οι ίδιοι οι συμμετέχοντες για το ιστορικό παρελθόν και της αναζήτησης των απαντήσεων μέσω των ιστορικών πηγών (Ρεπούση, 2000: 62).

Εξετάζοντας ωστόσο το πώς ο κάτοικος αντιλαμβάνεται τις μνήμες και την ιστορία του τόπου του, διαπιστώνεται όχι απλά ένα γνωστικό έλλειμμα αλλά και μια πλειοψηφική αμηχανία για τα μνημεία και τους αρχαιολογικούς χώρους του περιβάλλοντος που ζει (Θεοφιλάτου, 2011: 11). Το γεγονός αυτό καθιστά το σχεδιασμό πολιτιστικών ή ιστορικών διαδρομών μνήμης μια πρόταση αποκατάστασης των σχέσεων του ατόμου με το αστικό και φυσικό περιβάλλον που ζει, και μια συμφιλίωση του πρώτου με το παρελθόν και το παρόν του τόπου του (στο ίδιο).

Ως πολιτισμική διαδρομή ορίζονται οι περιηγήσεις που σχεδιάζονται σε ένα τόπο με στόχο την προβολή του πολιτισμού και της ιστορίας του. Είναι άμεσα συνδεδεμένες με μονάδες πολιτισμού και μνημείων μέσα από τα οποία ξεδιπλώνονται στον περιπατητή στοιχεία της ιστορίας του τόπου (Θεοφιλάτου, 2011: 11-12). Η πολιτιστική διαδρομή αποτελεί μια εφαρμοσμένη πρακτική ερμηνείας της πολιτισμικής κληρονομιάς. Ανιχνεύοντας την έννοια «ερμηνεία» θα λέγαμε ότι είναι «η τέχνη της απόδοσης της σημασίας ενός τόπου στους ανθρώπους που τον επισκέπτονται με στόχο την κατάδειξη του μηνύματος της προστασίας του» (Καραβασίλη & Μικελάκης, 2011: 82).

Στην παρούσα εργασία θα μας απασχολήσει  ο οικισμός Φορτέτσα Ηρακλείου ως γεωγραφικός χώρος ανάδυσης μνημονικών τόπων και πεδίου σχεδιασμού πολιτισμικής (ή ιστορικής) διαδρομής. Οι τόποι αυτοί έχουν σκοπό να αναδείξουν τους μύθους της περιοχής, την ιστορική θεμελίωση του οικισμού αλλά και τη σύνδεση ανθρωπογενούς και φυσικού περιβάλλοντος με τις αξίες προστασίας της εν γένει πολιτισμικής κληρονομιάς. Τελικός σκοπός της μελέτης μας είναι η τεκμηρίωση της αναγκαιότητας μιας βιωματικής εκπαιδευτικής πρότασης στην περιοχή, για μικρούς μαθητές αλλά και ενήλικες πολίτες.

  1. Η σημασία των ιστορικών διαδρομών στη μελέτη της μικρο- ιστορίας

Η οριοθέτηση μιας πολιτισμικής διαδρομής ή η συγκρότηση μιας μεθοδολογίας σχεδιασμού της είναι κατά τους Καραβασίλη και Μικελάκη μια διαδικασία επιλεκτική, για την ολοκλήρωση της οποίας απαιτείται θεωρία, στοχοθεσία, γνώση, μελέτη του αντικειμένου και παρατήρηση ως δημιουργική διαδικασία παραγωγής του επιδιωκόμενου αποτελέσματος (Καραβασίλη & Μικελάκης, 2011: 82). Στο πλαίσιο αυτό ο τόπος διανομής ανάγεται στο ιστορικό εκείνο υλικό το οποίο ανάγεται σε ιδανικό περιβάλλον για τη μεθοδολογική καινοτομία της προσέγγισης της ιστορικής γνώσης (Ρεπούση, 2000: 60).

Τα τελευταία χρόνια πραγματοποιείται μια ριζική εννοιολογική μετατόπιση του όρου «πολιτισμική ιστορία»: από τις τέχνες, τις επιστήμες και τη λογοτεχνία το ερευνητικό ενδιαφέρον κερδίζουν οι γειτονιές, οι προφορικές αφηγήσεις, το φαγητό, τα καπηλειά. Παράλληλα, το επιστημονικό πεδίο επεκτείνεται από τους λαογράφους και τους εθνολόγους στους οικονομικούς και κοινωνικούς ιστορικούς (Faroqhi, 2000: 16), ενώ το αντικείμενο έρευνας διευρύνεται σε κάθε τόπο μνήμης που προκαλεί την επιστημονική περιέργεια: από τις πιο υλικές εκφάνσεις έως τις πιο «φαντασιακές» που εδρεύουν στη λαϊκή παράδοση, στο χώρο της λογοτεχνίας, στην αφήγηση και στη μαρτυρία (Μπάδα & Ματσούκη, 2010: 376).

Οι μετατοπίσεις αυτές αποτυπώνονται στο περίφημο έργο του Norbert Elias «Η διαδικασία του πολιτισμού» (1996) όταν ο γερμανός κοινωνιολόγος επιχειρεί να αποδώσει τις διαφορετικές όψεις του πολιτισμού και της κουλτούρας ανάμεσα στο Δυτικό κόσμο. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η άποψή του ότι πίσω από την κουλτούρα και τον πολιτισμό βρίσκονται αρχικά όχι ολόκληροι λαοί αλλά ορισμένα μόνο στρώματα αυτών (Elias, 1996: 29). Στο ίδιο πλαίσιο τοποθετεί τις έννοιες- λέξεις που ρίζωσαν ανάμεσα σε ομάδες ή που σήμερα απλώς αναπαύονται και αποκτούν ξανά επικαιρότητα μέσα από μια νέα κοινωνική κατάσταση: «τις θυμάται κανείς επειδή κάτι από την παρούσα κατάσταση της κοινωνίας βρίσκει έκφραση μέσα από την εναπόθεση μιας περασμένης κατάστασης σε αυτές τις λέξεις» (Elias, 1996: 31). Αν η «έκρηξη μνήμης» που παρατηρούν οι Μπάδα και Ματσούκη αποτελεί μια «έννοια» του Elias η οποία βρίσκει μια νέα έκφραση, τότε ποια είναι η παρούσα κατάσταση που ενθαρρύνει αυτό το φαινόμενο;

Κατά τον Pierre Nora (1989) το ξέσπασμα μνήμης που εμφανίζεται στο τέλος του 20ού αιώνα, είναι επαρκώς εξηγήσιμο καθώς η διάσπαση των συνεχειών μαζί με τη συρρίκνωση των μεγάλων αφηγήσεων [αμφισβητήσεις της μετανεωτερικότητας] οδήγησε τα άτομα και τις συλλογικότητες, να ζουν σε μια κατάσταση ασυνέχειας και εκκρεμότητας που ισοδυναμεί με κενό στην ταυτότητα. Επιπλέον, η εκρηκτική αυτή ανάδειξη μνημονικών τόπων μπορεί να σημαίνει και μια αντίδραση στη λογική της αποσιώπησης και της αμνησίας που είχε επιβληθεί για σημαντικές ιστορικές, κοινωνικές και πολιτισμικές εμπειρίες (στο Μπάδα & Ματσούκη, 2010: 377).

Η προσπάθεια συμπλήρωσης αυτού του κενού αρχίζει με τη μνήμη, ωστόσο ολοκληρώνεται με την ιστορία. Η μνήμη είναι για την ιστορία μια πηγή ακατέργαστων στοιχείων που χρήζουν ερμηνείας. Η ιστορία όμως αποτελεί την επίσημη εκδοχή του παρελθόντος, αυτή που το καταγράφει και το ανάγει σε πνευματικό αγαθό (Θεοφιλάτου, 2011: 9) μέσα από ειδικά μεθοδολογικά και επιστημολογικά σχήματα. Στο πλαίσιο αυτό τα τελευταία χρόνια εμφανίζεται ένα ιδιαίτερα ενθαρρυντικό θεωρητικό, κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον, το οποίο προσδιορίζεται από το χώρο της ιστοριογραφίας και την ανάδειξη της μίκρο- ιστορίας σε αντικείμενα της ιστορικής έρευνας (Ρεπούση, 2000: 60).

Στη βάση αυτή ο τόπος ανάγεται στο γεωγραφικό εκείνο φορέα μνήμης και ιστορίας, όπου ποικίλοι χώροι αποτελούν μνημονικούς τόπους οι οποίοι αποτυπώνουν τα λειτουργίες της πόλης, την οικονομική και κοινωνική της ζωή και τις δραστηριότητες των κατοίκων της. Επίσης, ο τόπος συμπυκνώνει τη μνήμη των πολλαπλών ιστορικών χρόνων που έχει γνωρίσει στη διάρκεια τους και οι οποίοι εκφράζουν εκτός των άλλων τη διαχρονικότητά τους (Θανοπούλου, 2007 στο Θεοφιλάτου, 2011: 9).

Πέρα από τη σημασία των πολιτιστικών διαδρομών στην αναβίωση μιας ιστορικής μνήμης αλλά και στη μελέτη της μικρο- ιστορίας και της ιστορίας της καθημερινής ζωής, η εφαρμογή πολιτισμικών διαδρομών έχει παιδαγωγικά οφέλη για τον επισκέπτη. Οι  Καραβασίλη και Μικελάκης (2011) αναφέρονται στις στρατηγικές της πειθούς της πολιτισμικής διαδρομής στην απόδοση νοήματος από τους επισκέπτες αλλά και στις παιδαγωγικές μεθόδους που απευθύνονται σε αυτόν κατά τη διάρκειά της, οι οποίες ενθαρρύνουν την παρατήρηση, τη συμμετοχή και την εξερεύνηση. Παράλληλα, σημειώνουν εύστοχα ότι «η επιτυχημένη ρητορική στην ερμηνεία ενός τόπου οφείλει να κρατά παύσεις και σιωπές, «ελεύθερες ζώνες ερμηνείας» οι οποίες δίνουν τη δυνατότητα στο αποδέκτη επισκέπτη να σκεφτεί, να φανταστεί και ν’ ανακαλύψει μόνος του το βαθύτερο νόημά της» (Καραβασίλη & Μικελάκης, 2011: 83). Στοιχεία που χαρακτηρίζουν κατεξοχήν τον κριτικό στοχασμό στην εκπαίδευση.

Έτσι οι πολιτισμικές ή αλλιώς ιστορικές διαδρομές αποτελούν ένα μέρος της διδαχής όχι μόνο των τουριστών αλλά κυρίως του γηγενή πληθυσμού, και κυριότατα επιδιώκουν να ευαισθητοποιήσουν την τοπική κοινωνία (Θεοφιλάτου, 2011: 12). Στο σημείο αυτό εγείρεται το ερώτημα για πιο λόγο το ερευνητικό μας ενδιαφέρον επικεντρώνεται στην περιοχή της Φορτέτσας Ηρακλείου. Ποιο είναι δηλαδή το ιστορικό διακύβευμα σε σχέση με τις μνήμες και την πολιτισμική κληρονομιά της περιοχής; Στη συνέχεια θα επιχειρήσουμε να επιχειρηματολογήσουμε υπέρ της αναγκαιότητας ανάδειξης μιας πολιτισμικής διαδρομής στην υπό μελέτη περιοχή, ως σημαντικού τόπου για την ιστορία του Ηρακλείου.

  1. Η Φορτέτσα Ηρακλείου ως σημαντικός μνημονικός τόπος

Τα τοπωνύμια όπως γράφει ο αρχαιολόγος Αν. Βασιλάκης (2004: 496) δείχνουν την περιπέτεια του ανθρώπου και του τόπου στους αιώνες. Μια ιστορία διόλου ασήμαντη. Ξεκινώντας από την ετυμολογική προσέγγιση η λέξη Φορτέτσα προέρχεται από το λατινικό Fortezza που σημαίνει φρούριο. Η Φορτέτσα σημειώνεται (Σπανάκης, 1993) ως ένα προάστιο της πόλης του Ηρακλείου, στο 4,2 χιλιόμετρο, δεξιά από τη Διακλάδωση του δρόμου προς την Κνωσό, κτίσμα των Οθωμανών στην περίοδο της πολιορκίας του Χάνδακα και έδρα του στρατηγείου τους. Ο Στέργιος Σπανάκης μας πληροφορεί (1993: 798) επίσης για τις ονομασίες που σημειώνονται στο πέρασμα του χρόνου σε χάρτες και έγγραφα: Candia Nova, Inadiye, Νέο Φρούριο. Οι ονομασίες σχετίζονται με την πηγή προέλευσης: οι οθωμανικές πηγές το αναφέρουν Νέο Φρούριο (Kale-I Cedit) και Ιναντιγιέ (Inadiye) ενώ οι βενετικές και ελληνικές ως Candia Nova (= Νέα Κάντια) (Κολοβός, 2014: 22-23). Οι Οθωμανοί το λένε Inadiye μια ονομασία που δηλώνει την επιμονή των πολιορκητών στη διάρκεια της μακρόχρονης πολιορκίας του Χάνδακα (inad, γινάτι) (Κολοβός, 2014: 23). Η προσέγγιση του Girolamo Brusoni στην Ιστορία του [1] ερμηνεύει την ονομασία σε γεωγραφικό προσδιορισμό σε σχέση με τον χάνδακα (Candia): «πάνω στο λόφο Abruscio οι Τούρκοι κατασκεύασαν ένα φρούριο, ένα οχυρό στρατόπεδο, το οποίο ονόμασαν Enantia, που θέλει να πει απέναντι από την Candia (Χάνδακας) και αποκαλούνταν από τους κρητικούς χωρικούς «Νέα Κάντια». (στο Στεργιώτου, 1986: 138). Πιθανά η προσέγγιση του Ενάντια είναι η ηχητική απόδοση του Inadiye και η προσπάθεια ερμηνείας του από τους Βενετούς πολιορκούμενους. Στις μεταφράσεις του Σταυρινίδη πάνω στα έγγραφα του Τουρκικού Αρχείου Ηρακλείου το φρούριο αναφέρεται ως Inadiye [2] ή Kale- i- Cedit που σημαίνει Νέο Φρούριο. Και αυτή δηλαδή η δεύτερη περίπτωση (Kale- i- Cedit) συνδέει το φρούριο της Φορτέτσας με το μεγάλο οχυρό της πόλης του Χάνδακα που αποτελούσε και τον πολεμικό του στόχο.

Ειδικότερα, πρόκειται για το φρούριο του οποίου ο θεμέλιος λήθος μπήκε στις 22 Απριλίου 1650 και ολοκληρώθηκε μέσα σε τρεις μήνες υπό την εποπτεία του αρχιστράτηγου Ντελή Χουσεΐν Πασά (Gazi Deli Hüseyin Paşa) για την πολιορκία του Χάνδακα (Κολοβός, 2014:23). Σε σχέδιο του Zorzi Morezini (12 Φεβρουαρίου 1650) που απεικονίζει το φρούριο αναγράφεται στην πάνω πλευρά: Φρούριο που κατασκευάστηκε από τον εχθρό, απέναντι από την πόλη της Κάντιας, το έτος 1650» (στο Στεργιώτου, 1986: 142). Για την κατασκευή του εργάστηκαν στη μεταφορά υλικών οι στρατιώτες των πολιορκητών, χωρισμένοι σε τέσσερα τμήματα: οι στρατιώτες από τη διοίκηση του Χουσεΐν Πασά, τα στρατεύματα της Ανατολίας, τα στρατεύματα της Ρούμελης και οι γενίτσαροι. Επίσης ασχολήθηκαν με μισθό 300 λατόμοι από τον τοπικό πληθυσμό των Χανίων και του Ρεθύμνου, καθώς και ξυλουργοί από η γύρω περιοχή, 150 αιχμάλωτοι οι οποίοι εργάστηκαν ως ασβεστοποιοί (Κολοβός 2014: 23). Παρόμοια περιγραφή δίνεται από το Βασίλειο Ψιλάκη στην Ιστορία της Κρήτης, κάνοντας λόγο για το κόστος της δαπάνης το ύψος των 280.000 γροσίων και για το χτίσιμο ενός λουτρού κι ενός τζαμιού με εννέα θόλους (15 Απριλίου 1650) (Ψιλάκης, 1909: 314-5, 431). Το κόστος πρέπει να ήταν χαμηλότερο στην πραγματικότητα καθώς από τον καδή του στρατού και τους μηχανικούς των Οθωμανών υπολογίστηκε στο ύψος των 250.000 γροσίων τα οποία έπρεπε να χρηματοδοτηθούν από τις προσόδους της Κρήτης (Κολοβός, 2014: 23).

Παρόλα αυτά σημειώνεται ότι το φρούριο δεν ήταν ιδιαίτερα ισχυρό και η κατασκευή του ήταν πρόχειρη και όχι ιδιαίτερα επιμελημένη (Τζομπανάκη, 2008: 158) προσφέροντας ένα απλό οχυρό περίβολο για την κάλυψη των πυρομαχικών και την εξασφάλιση ενός άνετου καταλύματος για τον Αρχηγό Πασά (Στεργιώτου, 1986: 142). Η περιγραφή πάνω στο σχέδιο του Morezini μοιάζει με μικρογραφία της Φορτέτζας Ρεθύμνου: έχει 6 προμαχώνες που στα πλευρά τους σχηματίζονται οι καμπύλες προεξοχές τους (τα orecchioni), ενώνονται σε με ευθύγραμμα τμήματα (τις cortine) στις οποίες ανοίγονται σε διάφορα σημεία του περίβουλου τέσσερις πύλες. Το τείχος εξωτερικά φαίνεται να είναι επενδεδυμένο με πέτρες. Το pararetto πρέπει να ήταν κτιστό με κενά για τα κανόνια και η απεικόνισή του θυμίζει τις επάλξεις μεσαιωνικών κάστρων (Στεργιώτου, 1986: 142). Όπως σημειώνει ο Κολοβός «οι σύγχρονες βενετικές εκθέσεις επισημαίνουν ότι είχε κτιστεί βιαστικά, με ασβεστοκονίαμα, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την κατάρρευση ορισμένων τμημάτων του στην αρχή του επόμενου χειμώνα. Έτσι εξηγείται γιατί ο Evliya Çelebi περιέγραψε αργότερα το φρούριο με πέντε μόνο προμαχώνες. Σύμφωνα με μια έκθεση ενός βενετού στρατηγού του έτους 1651, η κατασκευή είχε γίνει βιαστικά λόγω του φόβου μιας επίθεσης από τον Χάνδακα ή μιας εξέγερσης των Οθωμανών στρατιωτών (Κολοβός, 2014: 24).

Η ζωή μέσα στο φρούριο παρουσιάζεται γλαφυρά από τον «ταξιδιώτη του κόσμου» Evliya Çelebi (1611- 1684/5) ως ιδιαίτερα έντονη: Στα βορειοδυτικά του κάστρου μέσα σε λόφους και χαράδρες βρίσκεται το βαρόσι με 77.000 σπίτια και δωμάτια για τους άγαμους στρατιώτες, εφτά τζαμιά, σαράντα μεσττζίτια, τρεις μεντρεσέδες, πέντε σχολεία, δύο τεκέδες, έξι πολύ μικρά χαμάμ, επτά χάνια και ένα σύνολο 2000 εργαστηρίων/ καταστημάτων, όλα φτιαγμένα από ξύλο (Κολοβός, 2014: 25· Τζομπανάκη, 2008: 158). Αν και όπως σημειώνει η Χρ. Τζομπανάκη ο Çelebi είναι συνήθως υπερβολικός στις περιγραφές του ή στα επιμέρους νούμερα που δίνει, η συγκεκριμένη περιγραφή ωστόσο απηχεί την εικόνα ενός μεγάλου -με την προοπτική αρκετού χρόνου εγκατεστημένου στρατοπέδου-  και δεν πρέπει να απέχει πολύ από την πραγματικότητα (Τζομπανάκη, 2008: 158). Να σημειωθεί όμως ότι η περιγραφή αυτή αφορά το βαρόσι έξω από το φρούριο, όπως αποτυπώνεται και σε χάρτες της εποχής.

Εντός του φρουρίου αποτυπώνεται συχνά στους χάρτες μοναχά η ύπαρξη ενός τζαμιού [3] Ωστόσο, έπειτα από περιγραφές γνωρίζουμε ότι εντός του φρουρίου υπήρχαν 500 λιθόκτιστα σπίτια, οπλαποθήκη, αποθηκευτικοί χώροι δημητριακών, δεξαμενές νερού, τρεις κρήνες, έξη τεμένη και φυλάκια περιμετρικά του Inandiye (Κολοβός, 2014: 24). Στα τεμένη ξεχωρίζει εκείνο του Σουλτάν Μεχμέτ του Δ’, το οποίο χτίστηκε το 1658. Η επιστασία της ανέγερσής του ανατίθεται στο Μουσλή Σιάχ: «εκ θεμελίων ιερού τεμένους εντός του Νέου Φρουρίου του Αυτοκρατορικού Στρατοπέδου, επί ημερισία απόδοχή τεσσάρων άσπρων» (Σταυρινίδης, 1986: 56). Ήδη όμως το 1651 ο Giulio Gabriel αναφέρει στην περιγραφή του φρουρίου,  η οποία δεν έχει μεγάλες αποκλίσεις από εκείνη του Morezini, ότι ενώ στο εσωτερικό του φρουρίου δεν υπήρχε νερό, είχε ήδη κατασκευαστεί ένα τζαμί (Στεργιώτου, 1986: 145). Η ύπαρξη ενός μεγάλου τεμένους εικονίζεται όπως αναφέραμε προηγουμένως και σε σχεδιαγράμματα της εποχής. Στο υπόμνημα μάλιστα σχεδίου της πόλης του Χάνδακα μαζί με το φρούριο της Φορτέτσας του 1660 [4] αναγράφεται ειδικά La Mochea (= το τζαμί) ενώ το φρούριο σημειώνεται ως το “La Fortezza del Turco detta Candia nova fata da loro doppo li attachi di Candia. atorno épost oil Campo” (Η Φορτέτζα των Τούρκων ονομαζόμενη Νέα Κάντια που έγινε αργότερα από αυτούς. μετά τις επιθέσεις στον Χάνδακα) [5].

Η ονομασία του τεμένους αλλάζει. Στη βιβλιογραφία συναντάται κυρίως ως Ιμπραήμ Τζαμί. Όπως σημειώνει στο Βιβλίο της Ιστορίας του Χριστιανικού Σχολείου Φορτέτσας  ανώνυμος δάσκαλος [πιθανά συγγραφέας είναι ο Αλεξάκης Μιχαήλ] «όταν στα 1648 εκτίσθη υπό των Τούρκων το στρατηγείον του πολιορκούντος του Χάνδακα τουρκικού στρατού τότε εκτίσθη το Τέμενος επ’ ονόματι του τότε βασιλεύοντος Σουλτάνου Ιμβραήμ Χαμ. Αργότερον διαρκούσης της πολιορκίας εστραγκαλίσθη ο Σουλτάνος Ιμβραήμ και το Τέμενος επωνομάσθη Τέμενος Σουλτάνου Μεχμέτ Δ’, διότι αυτός διαδέχθη τον πατέρα του». Ίσως έτσι εξηγείται η άλλοτε εμφάνιση ενός Τεμένους αφιερωμένο στον Μεχμέτ Δ’ κι άλλοτε στον Ιμπραήμ. Αν πρόκειται για το ίδιο τότε αυτό αποτέλεσε μια καλά φυλασσόμενη πυριτιδαποθήκη την οποία φρουρούσαν κατά τον Çelebi 300 άνδρες (στο Κολοβός, 2014: 24).

Επιστρέφοντας στη στρατηγική σημασία του Φρουρίου Inadiye, όταν η ανώτατη αρχηγεία των επιχειρήσεων ανατέθηκε στο Μεγάλο Βεζίρη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας Κιοπρουλή Αχμέτ Φεζίλ Πασά (Köprülü Mehmed Paşa), το φρούριο γίνεται το χειμερινό οχυρό ενώ ο Κιορπουλής μετακινεί το στρατηγείο του και το εγκαθιστά στο Γιόφυρο, δυτικά του Φρουρίου του Χάνδακα (Τζομπανάκη, 2008: 163· Στεργιώτου, 1986: 140). Η σημασία όμως της Φορτέτσας παραμένει μεγάλη. Χωρίς να αρκείται στα βαρέα πυροβόλα όπλα που μεταφέρονται από το τουρκικό ναυτικό, κατασκευάζει [ο Κιοπρουλής] κοντά στην Κνωσό χυτήριο κανονιών και στη Φορτέτσα ένα πυριτιδοποιείο. Σύμφωνα με τις αναφορές του Çelebi «Στα βόρεια του κάστρου Ινάντιε, μετά από κατηφορικό δρόμο χιλίων βημάτων χτίστηκε από τον Ανκεμπούτ Αχμέτ Πασά το χυτήριο των κανονιών, που άρχισε να φτιάχνει βόλια σαράντα οκάδων και κανόνια οχτακοσίων κανταριών. Σε αυτό εργάζονταν 3.000 μάστορες, ειδικευμένοι στα κανόνα» (στο Τζομπανάκη, 2008: 163). Η θέση αυτή είναι ακόμη και σήμερα γνωστή ως Τοπανάς ή Πυριτιδοποιείο (Στεργιώτου, 1986: 140). Ωστόσο γεωγραφικά προσδιορίζεται ανατολικά του Βενιζελείου Νοσοκομείου μέχρι τη Δυτική όχθη του Καίρατου, σημείο που σήμερα σώζεται τμήμα του Μακρύ Τοίχου (Βασιλάκης, 2004: 495).

Παρόλη τη στρατηγική σημασία του φρουρίου, στην τελική φάση της πολιορκίας του Χάνδακα, το 1669, ο Κιοπρουλής διατάζει την κατεδάφιση του προκειμένου να χρησιμοποιηθούν τα υλικά του ως πολεμοφόδια. Άλλη εκδοχή σημειώνεται από τον Çelebi: ο Κιοπρουλής στην προσπάθειά του να αντιμετωπίσει τις εξεγέρσεις των ανδρών του διατάζει την κατεδάφιση του Inadiye.  Ακόμη και η ψυχολογική πίεση που μπορούσε να ασκηθεί στους Οθωμανούς πολιορκητές καταγράφεται στους στίχους του Μαρίνου Τζάνε Μπουνιαλή (1908): «ολπίδα να μην έχουνε οπίσου να γυρίσου, ουδέ να μείνου ζωντανοί, α δε τηνέ νικήσου» (στο Κολοβός, 2014: 26-27). Δεν γνωρίζουμε με ακρίβεια σε ποια κλίμακα εφαρμόστηκε η διαταγή κατεδάφισής του. Η Ιωάννα Στεργιώτου (1998) τεκμηριώνει ότι σύμφωνα με το υπόμνημα σχεδιαγράμματος του πρεσβευτή της Βενετίας Antonio Grimani επιβεβαιώνεται η καταστροφή του τουρκικού στρατοπέδου Νέας Κάντιας (Στεργιώτου, 1998: 157, Πιν. 41.31). Από πηγές της εποχής γνωρίζουμε ότι έμεινε άθικτο το απλό περιτείχισμα που περιέβαλε το Τζαμί (πηγή digital- crete) αλλά και σε καταχωρήσεις του 1692 μαρτυρείται η ύπαρξη γενιτσαρικής δύναμης που έδρευε εκεί (στο ίδιο).

Τέλος, το φρούριο επισκευάστηκε τα έτη 1728, 1767 και 1776 ενώ η υδροδότησή του έγινε το 1847 (πηγή digital-Crete). Το 1751 τα κατάστιχα του Καδή του Χάνδακα, το Inadiye μαρτυρείται ως χωριό όπου καταγράφεται εξισλαμισμός χριστιανού κατοίκου (Σταυρινίδης, τόμ. Δ’). Το 1842 αναφέρεται ως Φορτέτσα από τον Χουρμούζη Βυζάντιο στα Κρητικά του, καθώς ο συνοικισμός καταγράφεται στα 15 χωριά της επαρχίας Τεμένους. Ειδικότερα σημειώνει ότι με το Μακρυτείχος «τα δύο ταύτα χωρία κείνται επί των ερειπίων της Περιφήμου Κνωσού» (Χουρμούζης, 1842: 47). Πιο αναλυτικά ο Στέργιος Σπανάκης μας πληροφορεί ότι στην απογραφή του 1881 καταμετρούνται 70 χριστιανοί και 263 μουσουλμάνοι κάτοικοι, ενώ από το 1940 επίσημα ο παλαιός οικισμός αναφέρεται ως Άνω Φορτέτσα και ο νέος ως «Νέα Φορτέτσα» (Σπανάκης, 1993: 798). Στην περιοχή από το 1898 λειτουργεί  επίσημο εκπαιδευτικό δίκτυο τόσο για τους μουσουλμάνους (έως το 1923) όσο και για τους χριστιανούς κατοίκους της. Είναι δηλαδή βέβαιο ότι μετά την εποποιία του Χάνδακα η Φορτέτσα παρέμεινε ένα ενεργό κοινωνικό κύτταρο, το οποίο στο πέρασμα του χρόνου αναπτύχθηκε σε ένα σχεδόν αυτάρκη «οργανισμό», έως ότου πάρει τη σημερινή μορφή του προαστίου του Ηρακλείου.

Συμπεράσματα- Συζήτηση

Στην παρούσα εργασία επιχειρήσαμε να αναδείξουμε τον οικισμό της Φορτέτσας Ηρακλείου ως ένα σημαντικό μνημονικό τόπο για την τοπική ιστορία. Η Φορτέτσα αποτέλεσε έναν ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας σημείο, το οποίο στη συνέχεια διατήρησε στους κόλπους της στοιχεία του πολιτισμού των άλλοτε πολιορκητών Οθωμανών Τούρκων.

Η σημερινή μορφή του συνοικισμού θυμίζει ελάχιστα την εμβληματική ιστορία του τέως Inadiye. Τα οθωμανικά μνημεία του βρίσκονται σε ερημοποίηση και κινδυνεύουν να καταστραφούν. Το κυριότερο όμως είναι ότι οι ζωντανοί πυρήνες μνήμης της περιοχής, οι κάτοικοί του αγνοούν την ιστορία του τόπου τους.

Στο πλαίσιο αυτό θεωρούμε ότι ο σχεδιασμός μιας ιστορικής- πολιτισμικής διαδρομής στη Φορτέτσα Ηρακλείου θα αποτελέσει μνημονικό τόπο ο οποίος θα:

  1. συμπυκνώσει στη μνήμη των κατοίκων τους πολλαπλούς ιστορικούς χρόνους που γνώρισε η περιοχή (Θεοφιλάτου, 2011: 9). Θα αποτελέσει δηλαδή ένα νοητικό πλέγμα για την κατανόηση της συνέχειας της ιστορίας και του πολιτισμού (Καραβασίλη & Μικελάκης, 2011: 85).
  2. αποτελέσει ένα δυναμικό εργαλείο ήπιου πολιτισμικού τουρισμού για τους επισκέπτες και το γηγενή πληθυσμό καθώς οι διαδρομές αυτές δεν ακολουθούν τα πρότυπα του μαζικού τουρισμού αλλά ερμηνεύουν πολιτιστικά το τοπίο που διατρέχουν (Καραβασίλη & Μικελάκης, 2011: 82, 85).
  3. ανάγεται σε ιδανικό περιβάλλον για τη μεθοδολογική καινοτομία του μαθήματος ης Ιστορίας καθώς εν δυνάμει συσχετίζει την ιστορική γνώση με την έρευνα της ιστορίας του τόπου (Ρεπούση, 2000: 60).
  4. ασκήσει πολιτική πίεση για ανάληψη ευθύνης και δράσης για τη συντήρηση και αξιοποίηση των σωζόμενων μνημείων.

Η έννοια της «ήρεμης διαχείρισης» των μνημονικών τόπων της Φορτέτσας Ηρακλείου αναφέρεται στην ερμηνευτική εκείνη λειτουργία της ψυχαγωγίας του επισκέπτη παράλληλα με την εκπαίδευσή του, μέσω μιας επιλεκτικής καθοδήγησης των ιδεών και των συμπεριφορών σε θέματα πολιτισμού και προστασίας Καραβασίλη & Μικελάκης, 2011: 86). Αν καταφέρουμε να πείσουμε πολιτικά για τη σημασία της έννοιας αυτής, τότε βρισκόμαστε μπροστά σε ένα πεδίο γεμάτο προκλήσεις, όπου λειτουργώντας με τις αρχές της αειφορικής διαχείρισης μπορούμε να βιώσουμε τις ποιοτικές εκείνες εμπειρίες και συγκινήσεις που πηγάζουν από την επαφή μας με τον πολιτισμό και την ιστορία.

Σημειώσεις τέλους

  1. Brusoni, Historia dell’ ultima Guerr tra Veneziani e Tuschi (1644- 1671), Venezia, 1673.
  2. Αναφέρεται στον 8ο κώδικα (σ. 393) ότι ο Evliya Celebi γράφει πως το όνομα αυτό έδωσε στο φρούριο ο Ντελή Πασάς, πηγή Digital-Crete.
  3. Βλ ενδ. το χάρτη ΠΙΝ.ΛΕ’ στο Ι. Στεργιώτου, 1986, σ. 146.
  4. βλ. σχ. Ι. Στεργιώτου, 1998, σ. 277-9.
  1. Η μετάφραση δική μας.

Βιβλιογραφία

 Faroqhi, S., Κουλτούρα και καθημερινή ζωή στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, Από τον Μεσαίωνα ως τις αρχές του 20ού αιώνα, εκδόσεις Εξάντα, Αθήνα, 2000.

Βασιλάκης, Α., «Τα τοπωνύμια της Κνωσού», στο, G. Cadogan, E. Hatzaki, A. Vasilakis (Editors), Knossos: Palace, City, State, British School at Athens, Studies 12, 2004, σ. 493-496.

[Ανωνύμου δασκάλου], Βιβλίο Ιστορίας του Χριστιανικού Δημοτικού Σχολείου Φορτέτσας, Γ.Α.Κ. Αρχεία Ν. Ηρακλείου, Εκπ.3 αρχεία.

Θεοφιλάτου, Π.,  Εφαρμογές διαδραστικών ψηφιακών τεχνολογιών στο δημόσιο αστικό χώρο: Ιστορικές/ πολιτισμικές διαδρομές μνήμης στην πόλη της Αθήνας, Διπλωματική Εργασία, Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Τμήμα Μηχανικών Σχεδίασης προϊόντων και Συστημάτων, 2011.

Καραβασίλη, Μ., & Μικελάκης, Ε., «Πολιτισμικές διαδρομές: Προς μια ερμηνευτική του «πολιτισμικού τοπίου» με αναπτυξιακή προοπτική», Αρχαιολογία & Τέχνες, 71, 2011, σ. 82-86.

Κολοβός, Η., «Μια πόλη για τους πολιορκητές: Κοινωνική ζωή και Γάμοι στον Οθωμανικό Χάνδακα έξω από τον Χάνδακα (1650- 1669)», στο Ιεροδικείο Ηρακλείου, Δεύτερος Κώδικας, Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, Ηράκλειο, 2014, σ. 21-47.

Μπάδα, Κ., & Ματσούκη, Ε., «Προσεγγίσεις στην υλική μνήμη και στους μνημονικούς τόπους», στο: Κορρέ Κατερίνα -Κούζας Γεώργιος (επιμ.), Η έρευνα και διδασκαλία του υλικού πολιτισμού στα ελληνικά πανεπιστήμια, Πρακτικά Διημερίδας (Αθήνα 7-8 Μαΐου 2007), Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα, 2010, σ. 375- 399.

Ν. Elias, Η διαδικασία του πολιτισμού, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 1996.

Ρεπούση, Μ., «Εκπαιδευτικές διαδρομές στα ιστορικά μονοπάτια της πόλης της Θεσσαλονίκης», Θεσσαλονικέων Πόλις (3), 2000, σ.59-80.

Σπανάκης, Σ., Πόλεις και Χωριά της Κρήτης στο πέρασμα των αιώνων, τόμος Β’, Γ. Δετοράκης, Ηράκλειο, 1993.

Σταυρινίδου, Ν., Μεταφράσεις Τουρκικών Ιστορικών Εγγράφων, τόμος Α’, Έγγραφα της εριόδου 1657- 1672, Ηράκλειο, 1986.

Στεργιώτου, Ι., «Νέα στοιχεία για το Φρούριο των Τούρκων «Νέα Κάντια» στον οικισμό Φορτέτζα του Ηρακλείου», στο Κρητικά Χρονικά, Τόμος Κς’, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, 1986, σ. 137-151.

Στεργιώτου, Ι., Τα Βενετικά τείχη του Χάνδακα, Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, Ηράκλειο, 1998

Τζομπανάκη, Χ., Ο Κρητικός Πόλεμος, 1645- 1669, Η μεγάλη πολιορκία και η εποποιία του Χάνδακα, έκδοση Χ. Τζομπανάκη, Ηράκλειο, 2008.

Φρούριο Ιναντιγέ, http://digital-crete.ims.forth.gr (επιμ. Ηλ. Κολοβός)

Χουρμούς, Μ. Β., Κρητικά, Εκ της του Ηλία Χριστοφίδου Τυπογραφίας “Η Αγαθή Τύχη”, Εν Αθήναις, 1842.

Ψιλάκης, Β., Ιστορία της Κρήτης από της απωτάτης αρχαιότητος μέχρι των καθ’ημάς χρόνων εις τόμους 3, Εκ του τυπ. της «Νέας Ερεύνης», Εν Χανίοις, 1909.