ΤΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ ΟΦΕΛΗ ΤΗΣ ΠΡΟΦΟΡΙΚΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗΣ ΣΤΟ ΣΔΕ ΧΑΝΙΩΝ

Μπούρδας Δημήτριος1, Μαρία Στρατινάκη2, Άννα Τσίγκου2

  1. Δ/ντής ΣΔΕ Χανίων,
  2. Εκπαιδεύτρια Ενηλίκων στο ΣΔΕ Χανίων

* Το πρόγραμμα των ΣΔΕ συγχρηματοδοτείται από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (ΕΚΤ) και το Ελληνικό Δημόσιο.

 

Περίληψη

Η σημασία της προφορικής μαρτυρίας ως τεκμήριο ιστορίας και εργαλείο ιστοριογραφίας είναι πλέον ακαδημαϊκά προβεβλημένη. Για το λόγο αυτό επιχειρείται η ανάδειξη της εκπαιδευτικής αξίας της προφορικής μαρτυρίας μέσα από την παρουσίαση μια μελέτης περίπτωσης. Η εκπαιδευτική της σημασία εδράζεται στην καλλιέργεια της κριτικής σκέψης και της ενσυναίσθησης. Εκπαιδευόμενοι του ΣΔΕ Χανίων, προέβησαν στη λήψη συνέντευξης με θέμα τη Μάχη της Κρήτης από μάρτυρα του γεγονότος. Για την υλοποίηση της συνέντευξης οι εκπαιδευόμενοι ακολούθησαν όλα τα προβλεπόμενα στάδια (προ-συνέντευξη, συνέντευξη-περιήγηση στο πεδίο), τήρησαν ψηφιακά αρχεία και προέβησαν σε αποτίμηση της μαρτυρίας μέσω σύγκρισης με άλλες. Οι προφορικές μαρτυρίες για παρελθόντα γεγονότα φέρουν το στίγμα του μεσολαβούντος χρόνου και άρα της ανανοηματοδότησης, ενώ χαρακτηρίζονται από επιλογές μνήμης, λήθης και αποσιώπησης. Η συνειδητοποίηση από μέρους των εκπαιδευομένων της επιλεκτικότητας της μνήμης, τους κατέστησε κριτικότερους πολίτες, κατακτώντας έτσι δεξιότητες κριτικής σκέψης, στόχος ευκταίος σύμφωνα και με το Ευρωπαϊκό Πλαίσιο Αναφοράς. Επιπλέον, με τη διαδικασία λήψης προφορικής μαρτυρίας, οι εκπαιδευόμενοι καλλιέργησαν κοινωνικές δεξιότητες καθώς ως συνεντευκτές οφείλουν να αντιμετωπίζουν με σεβασμό και πραγματικό ενδιαφέρον τον ηλικιωμένο-συνεντευξιαζόμενο που προσφέρει τη μνήμη του.

Λέξεις κλειδιά: Προφορική μαρτυρία, ΣΔΕ, κριτική σκέψη,

 

Εισαγωγή

Η διαμόρφωση της προφορικής ιστορίας σε γνωστικό πεδίο υπήρξε ριζοσπαστικό πρόσταγμα καθώς τα υποκείμενα που στο παρελθόν είχαν συμβάλει στο μετασχηματισμό της κοινωνίας εξοβελίστηκαν σε υπερθετικό βαθμό από την ιστορική αφήγηση. Η βασική αφετηρία για τη διαμόρφωση του πεδίου της προφορικής ιστορίας ήταν η συνειδητοποίηση ότι η ιστοριογραφία παράγει σιωπές. Έτσι, η προφορική ιστορία ήρθε να καλύψει τις σιωπές της ιστοριογραφίας. Οι σιωπές αφορούν στις πηγές στις οποίες στηριζόμαστε για να γράψουμε ιστορία και τις ιεραρχίες που αναπαράγει η ιστοριογραφία αναφορικά με το ποια είναι αξιόλογα αντικείμενα μελέτης. Το ζήτημα της απουσίας προφορικών μαρτυριών συνδέεται επιπλέον με τη θέση των υποκειμένων στα δημόσια αφηγήματα του παρελθόντος που μελετάμε.

Υποστηρίζεται ότι πρέπει να αλλάξουμε τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τις μαρτυρίες και να στρατευτούμε στο πλευρό της μαρτυρίας των επιζώντων. «Όταν λαμβάνουμε υπόψη τις μαρτυρίες των επιζώντων, πρέπει να ξεκινάμε από μία προϋπόθεση: να αποδεχόμαστε την μαρτυρία για το τι συνέβη ως πραγματικότητα, έως ότου βρούμε πειστικά επιχειρήματα που να στηρίζουν την αντίθετη άποψη. Ακολουθώντας αυτή την αρχή είναι πολύ πιο πιθανό να αποφύγουμε λάθη. Αν ακολουθήσουμε την αντίθετη τακτική – της αμφισβήτησης της μαρτυρίας και του σκεπτικισμού απέναντι στη μαρτυρία – τότε είναι πολύ πιθανότερο να οδηγηθούμε σε λάθη» (Gross, 2001).

Το δικαίωμα στην ιστορία και η ανάδειξη των ατομικοτήτων  είναι πρόκληση της προφορικής μαρτυρίας ως μέσο ιστοριογραφίας. Τα χαρακτηριστικά της έγκεινται α) στην προφορικότητα, δηλαδή στην προφορική παρουσίαση των μαρτυριών και β) στη μνήμη, ως δυναμικό και ενεργό διαμεσολαβητή παρελθόντος και παρόντος.

Δεδομένης της ανανοηματοδότησης του μαρτυρούμενου βιώματος μέσα από τον αναπόφευκτο αναστοχασμό και δεδομένων των στόχων ανάπτυξης δημιουργικής και κριτικής σκέψης, στόχων πρωταρχικών του Ευρωπαϊκού Πλαισίου Αναφοράς σχετικά με τις βασικές δεξιότητες για τη Δια βίου Μάθηση (Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, 2006), η σύνδεση της προφορικής μαρτυρίας και της εκπαιδευτικής πράξης στη δομή Διά Βίου Μάθησης των ΣΔΕ κρίθηκε απαραίτητη για τους εκπαιδευόμενους. Η αφήγηση εξάλλου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ανθρώπινης επικοινωνίας κι είναι ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία επικοινωνίας του βιώματος, της ατομικής έκφρασης και της διυποκειμενικής εμπειρίας από τα πρώτα κιόλας στάδια της ανάπτυξης του ανθρώπου (Κακαβούλια, 2012). Συνεπώς, στόχος της υλοποίησης της διαδικασίας λήψης μιας προφορικής μαρτυρίας ήταν και η ανάπτυξη των κοινωνικών δεξιοτήτων των εκπαιδευομένων, ώστε να αντλήσουν από την αφήγηση ενός ηλικιωμένου ένα προσωπικό βίωμα άλλου και μέσα από την ενσυναίσθηση δημιουργικά και κριτικά να αναπτύξουν το αίσθημα του συμπολίτη και συνάνθρωπου.

Μέθοδος

Αρχικά οι εκπαιδευόμενοι του ΣΔΕ Χανίων-Παράρτημα Πλατανιά, ηλικίας άνω των 18 ετών, σε συνεργασία με τους εκπαιδευτές τους επέλεξαν ένα θέμα ώστε να θέσουν τα προς διερεύνηση ερωτήματα τους σε μία συνέντευξη και προγραμμάτισαν συγκεκριμένα στάδια για την ολοκλήρωση της μελέτης τους (Λάζου, 2004). Το θέμα που επιλέχτηκε ήταν η «Μάχη της Κρήτης» με αφορμή σχετικό διαγωνισμό που διοργανώνει κάθε έτος το Ιστορικό Αρχείο Κρήτης. Στη συνέχεια, οι εκπαιδευόμενοι μελέτησαν την τοπική και εθνική ιστορία ερχόμενοι σε επαφή με σχετική ιστορική βιβλιογραφία. Οι ιστορικές απόψεις που σχημάτισαν καθώς και τα ερωτήματα που γεννήθηκαν τους βοήθησαν όχι μόνο στη σύνταξη του ερωτηματολογίου αλλά και στην ορθή διεξαγωγή της συνέντευξης. Το «όσο περισσότερα γνωρίζει ο ερευνητής, τόσο περισσότερα μαθαίνει» (Βερβενιώτη, 2002) συνιστά αξίωμα στο μέτρο που οι εκπαιδευόμενοι – ερευνητές οφείλουν να ξέρουν τι ακριβώς αναζητούν. Στην επόμενη φάση και σε συνεργασία πάλι με τους εκπαιδευτές τους, οι εκπαιδευόμενοι αναζήτησαν στην περιοχή τους ηλικιωμένα άτομα τα οποία θα μπορούσαν να τους αφηγηθούν τις δικές τους ιστορίες για τη Μάχη της Κρήτης. Αφού εντόπισαν το άτομο από το οποίο θα έπαιρναν τη συνέντευξη, έγινε κατανομή αρμοδιοτήτων σε όλους τους εκπαιδευόμενους, οργάνωσαν επίσκεψη στο σπίτι του, συζήτησαν και προετοίμασαν τις επικείμενες ερωτήσεις εξομοιώνοντας προκαταρκτικά μεταξύ τους τη διαδικασία. Πριν αλλά και κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, οι οποία μαγνητοφωνήθηκε και μαγνητοσκοπήθηκε, υπήρξε από κοινού προφορική ενθάρρυνση και εμψύχωση των εκπαιδευόμενων που πήραν το ρόλο του συνεντευκτή. Έτσι, με την ακριβή ψηφιακή καταγραφή της προφορικής συνέντευξης καταγράφηκαν και όλα τα χαρακτηριστικά της προφορικής επικοινωνίας που τη διακρίνουν από τη γραπτή, όπως κοινωνικές ενδείξεις, αποχρώσεις αβεβαιότητας, υφή διαλεκτικών μορφών και χιούμορ, στοιχεία που αποδεικνύουν την αξιοπιστία της, καθώς από το χρώμα της φωνής, τους δισταγμούς, τις εκφράσεις, το γέλιο αποκαλύπτουν στους ερευνητές -εκπαιδευόμενους του ΣΔΕ πτυχές και διαστάσεις των λεγομένων που διαφορετικά θα μπορούσαν να παραμείνουν σκοτεινές.

Η ευέλικτη δομή της συνέντευξης βασίστηκε κυρίως στην πεποίθηση ότι κάθε ιστορία ζωής είναι μια δημιουργική δουλειά που παράγεται από τη συνάντηση δύο ή περισσότερων ανθρώπων που όλοι καταλαβαίνουν την αξία της σχέσης μεταξύ των υποκειμενικοτήτων, καθώς και την προβληματική και την ρηξικέλευθη φύση αυτής της σχέσης. Το κριτήριο που καθοδήγησε τη συνέντευξη είναι ότι οι συμμετέχοντες ήταν ανοιχτοί ο ένας προς τον άλλο και επομένως ανοιχτοί στις απροσδόκητες και μη συστηματικές πλευρές της συνέντευξης όπως οι πρακτικές οδηγίες. Οι ερωτήσεις έδιναν τη δυνατότητα στον αφηγητή να αναπτύξει το λόγο του και όχι να οδηγούν σε μονολεκτικές απαντήσεις. Επίσης αποφεύχθηκαν ερωτήσεις που υποβάλλουν συγκεκριμένες απαντήσεις. Όταν έχει κανείς απέναντί του τον πληροφορητή και μπορεί να αμφισβητήσει, να προκαλέσει, να θέσει ερωτήματα σε αυτά που λέει, είναι μια πολύ καλή ευκαιρία να το εκμεταλλευτεί διότι είναι κάτι που δεν μπορεί να το κάνει μέσω της γραπτής πηγής, (Thompson, 2002). Επίσης, το ενδιαφέρον, ο σεβασμός, η ελαστικότητα, η κατανόηση χαρακτήριζαν τους συνεντευκτές, ώστε να δημιουργηθεί κλίμα εμπιστοσύνης και να αισθανθεί ο αφηγητής την ασφάλεια πως δεν πρόκειται να κριθεί για τις πράξεις του ή τις καταστάσεις που έζησε.

Επίσης, η προφορική μαρτυρία δεν αντιμετωπίστηκε σαν ένα ακόμα έγγραφο ή σαν ένα ακόμα τεκμήριο, διότι κατά αυτό τον τρόπο θα ήταν σαν να αγνοούσαμε την ιδιαίτερη αξία που έχουν ως υποκειμενική, προφορική μαρτυρία. Ο Alessandro Portelli αναφέρει ότι «Η ‘υποκειμενικότητα’ αποτελεί αντικείμενο της ιστορίας όσο και τα πιο ορατά ‘γεγονότα’. Αυτά που πιστεύει ο πληροφορητής είναι πράγματι ένα γεγονός (δηλαδή το γεγονός ότι αυτός/-ή το πιστεύει) όπως αυτό που ‘πραγματικά’ συνέβη», (Portelli, 1998).

Αποτελέσματα

Η απομαγνητοφώνηση και η κατάθεση της ιστορίας στο Ιστορικό Αρχείο Κρήτης ήταν το υλικό αποτέλεσμα της διαδικασίας. Το πραγματικό κέρδος των εκπαιδευομένων ωστόσο, ήταν η καλλιέργεια δεξιοτήτων τους. Οι εκπαιδευόμενοι, παρακολούθησαν επιπλέον συνεντεύξεις από επιζώντες πολεμικών συμβάντων της ίδιας περίπου ηλικίας με το δικό τους συνεντευξιαζόμενο, που αφηγούνταν όμως τα προσωπικά τους βιώματα από διαφορετικές χρονικές περιόδους και συγκεκριμένα από τις διώξεις των Ελλήνων του Πόντου και της Μικράς Ασίας. Έτσι, προχώρησαν σε σύγκριση της προφορικής μαρτυρίας που αυτοί είχαν καταγράψει με τις άλλες καταλήγοντας σε συμπεράσματα που αφορούν στην επιρροή του παρόντος στη μαρτυρία και συνεπώς στην αναφορά των ιστορικών για σύγχρονα παρελθόντα. Στη συνέχεια, ακολούθησε αναστοχαστική συζήτηση σχετικά με τις μαρτυρίες και ειδικά για τα ιστορικά συμβάντα που αφηγήθηκαν οι συνεντευξιαζόμενοι, σχετικά με τις γενικές τους εντυπώσεις, τι δεν τους άρεσε, αν θα άλλαζαν κάτι, διάφορες τεχνικές λεπτομέρειες, και το εάν η συνέντευξη ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες τους.

Έτσι, μέσα από τη λήψη της προφορικής μαρτυρίας, την απομαγνητοφώνηση, και την κατάθεσή της στο Ιστορικό Αρχείο Κρήτης, οι εκπαιδευόμενοι συνειδητοποίησαν την επιλεκτικότητα της μνήμης, ανέπτυξαν δημιουργικές, κοινωνικές, κριτικές δεξιότητες, καλλιέργησαν την ενσυναίσθηση και συνειδητοποίησαν εμπράκτως ότι έχουν τη δυνατότητα να κάνουν πολύ περισσότερα πράγματα από αυτά που ενδεχομένως πιστεύουν. Κατάφεραν, έτσι, να βελτιώσουν την αυτοπεποίθησή τους καθιστώντας τους εαυτούς τους συντελεστές μίας ενδιαφέρουσας διαδικασίας ανάκλησης εικόνων και γεγονότων της τοπικής ιστορίας.

Συζήτηση

Στο πρόσφατο παρελθόν οι προφορικές μαρτυρίες προσέλκυσαν το ενδιαφέρον επιστημόνων που ανήκουν στο ευρύ φάσμα των ανθρωπιστικών σπουδών, γεγονός που προσδίδει στην προφορική ιστορία διεπιστημονικό χαρακτήρα. Όπως διαπιστώνεται από τον ορισμό της προφορικής ιστορίας «Μαγνητοφωνημένες ιστορικές πληροφορίες που βασίζονται στην προσωπική γνώση του ομιλητή η χρήση ή ερμηνεία αυτών των πληροφοριών ως επιστημονικό αντικείμενο» (Oxford Dictionary 2010) προκύπτει μια νέα σύλληψη της ιστοριογραφίας τόσο ως προς το περιεχόμενό της όσο και ως προς τη μέθοδο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί για ν’ αλλάξει το επίκεντρο της ιστορίας και να διευρύνει το πεδίο έρευνας, αφού μεταφέρει τη προσοχή της από την κεντρική σκηνή στην οποία διαδραματίζονται τα γεγονότα, στο χώρο δράσης των αφανών πλειοψηφιών, οι οποίες αποτελούν την κινητήρια δύναμη του ιστορικού γίγνεσθαι (Μπουτζουβή, 1998). Αντικείμενό της γίνονται οι κοινοί άνθρωποι, που νιώθουν την ανάγκη να διατηρήσουν ζωντανό το παρελθόν τους με την κατάθεση του προσωπικού τους βιώματος. Με τη μέθοδο της συνέντευξης τα “αντικείμενα” της μελέτης μετασχηματίζονται σε “υποκείμενα” και η ιστορία που δημιουργείται είναι πλούσια και ρεαλιστική, γιατί βασικό προσόν της προφορικής ιστορίας είναι ότι επιτρέπει την πολυφωνία και αποκαλύπτει περισσότερες πλευρές του ίδιου πρίσματος σε μια πραγματικότητα που είναι εκ των πραγμάτων πολύπλευρη και περίπλοκη (Thompson, 2002).

Η σχέση όμως μαρτυρίας και μνήμης είναι διπλή, διότι από τη μία έχουμε τη μνήμη ως υποκειμενική διαδικασία και από την άλλη ως διυποκειμενική διαδικασία. Η προφορική ιστορία δεν είναι μια ιστορία των γεγονότων αλλά μια ιστορία της υποκειμενικότητας. Η έννοια της υποκειμενικότητας προέκυψε από την ανάγκη να αναγνωρίσουμε το υποκείμενο στην ιστορία. Η συγκρότηση κάθε υποκειμένου είναι μια διαρκής και ιδιοσυγκρασιακή διαδικασία. «Ο όρος υποκειμενικότητα καλύπτει επίσης τις πολλαπλές θέσεις των υποκειμένων ως δρώντων και ως αντικειμένων, ως ούτε αμιγώς καθορισμένων ούτε εντελώς αυτόνομων» (Passerini, 1998).

Συνεπώς, προκύπτει η ανάγκη της αντικατάστασης της έννοιας της αντικειμενικότητας με την έννοια της διυποκειμενικότητας. Η διττή σχέση μεταξύ του πληροφορητή και του συνεντευκτή παραμένει θεμελιακή στην αναπαραγωγή της μνήμης και στην παραγωγή της προφορικής ιστορίας. Το να ακούμε τις εμπειρίες των άλλων μας οδηγεί στο να αναθεωρήσουμε την πορεία των ιστοριών μας, να κοιτάξουμε τον εαυτό μας στον καθρέπτη και να στοχαστούμε. Πρόκειται για μια διπλή κίνηση στοχασμού πάνω στον εαυτό μας, στο άτομο και στο συλλογικό. «… η εμπειρία του να ακούω τη μνήμη των άλλων μου επέτρεψε μετά από μια δεκαετία αυτή της πρακτικής να ακούσω τη δική μου μνήμη» (Passerini, 2011). Χρειάζεται δηλαδή να δούμε την υποκειμενικότητα ως δυναμική διαδικασία όπου το υποκείμενο συγκροτείται μέσα από διυποκειμενικές σχέσεις που ξεπερνούν τη γενιά και συνδέονται με κληρονομημένες μνήμες, συλλογικές αφηγήσεις και δημόσιες αφηγήσεις.

Το πάθος για τη μνήμη, για το οποίο γράφει η Luisa Passerini, μας δείχνει ότι η ιστορία δεν είναι υπόθεση του παρελθόντος αλλά της σχέσης μας με το παρελθόν (Passerini, 2011). Δεν κάνουμε προφορική ιστορία για εξακριβώσουμε γεγονότα, ούτε για να επιβεβαιώσουμε ή να διαψεύσουμε τις επίσημες πηγές. Στόχος μας ήταν να προσφέρουμε μια εναλλακτική αφήγηση για το παρελθόν. Αυτή η εναλλακτική αφήγηση για το παρελθόν συνίσταται τόσο σε μια διαφορετική οπτική του τι συνέβη στο παρελθόν αλλά και στην μετατόπιση από το γεγονός στην υποκειμενική αντίληψη, ερμηνεία του γεγονότος. Αν και τη στιγμή της αφήγησης η μνήμη είναι πάντα ατομική, ωστόσο τα άτομα θυμούνται και ανασυγκροτούν το παρελθόν τους πάντα ως μέλη μιας κοινωνικής ομάδας. Κάθε ατομική μνήμη είναι μια σκοπιά θεώρησης της συλλογικής μνήμης, συνεπώς δεν μπορεί να είναι ενιαία αλλά πολλαπλή, γιατί εξαρτάται από την κοινωνική ομάδα στο πλαίσιο της οποίας παράγεται (Παραδέλης, 1999).

Από την προηγούμενη συζήτηση γίνεται εύκολα κατανοητό ότι η αξιοποίηση της προφορικής ιστορίας στην εκπαιδευτική διαδικασία λειτουργεί ως μια «ριζοσπαστική» διδακτική πρόταση (Νάκου, 2013) μέσω της οποίας καλλιεργούνται ποικίλες και σημαντικές δεξιότητες. Οι εκπαιδευόμενοι μαθαίνουν να ερευνούν καθώς αναζητούν θέμα και πληροφορητές, εξασκούνται στο γραπτό κείμενο τόσο στη σύνταξη του ερωτηματολογίου όσο και στο ιστορικό κείμενο, επίσης ελισσόμενοι μέσα στις μαρτυρίες ακονίζουν την κριτική τους ικανότητα, βελτιώνουν την επαγωγική σκέψη ενώ μέσα από την επαφή με τον κόσμο των αφηγητών αναπτύσσουν και ενσυναίσθηση. Επιπλέον, η εξοικείωση με τα μέσα της τεχνολογίας που προκύπτει φυσιολογικά σε όλη τη διάρκεια συλλογής και επεξεργασίας του υλικού βελτιώνει την ικανότητα τους στη διαχείριση ψηφιακού υλικού αφού οι σύγχρονοι ενήλικες εκπαιδευόμενοι θεωρούνται «ψηφιακοί μετανάστες», σ’ αντίθεση με τους εφήβους, που θεωρούνται «ψηφιακοί ιθαγενείς» στον κόσμο των νέων τεχνολογιών (Prensky, 2001).

Τέλος, κατά τη διάρκεια της αφήγησης οι εκπαιδευόμενοι πέρα από τη συλλογή στοιχείων για την κατανόηση των γεγονότων, στόχευσαν παράλληλα και στην ανασυγκρότηση της βιωμένης εμπειρίας, δηλαδή στο πώς το βίωσε ο αφηγητής. Το άνοιγμα του διαλόγου μ’ αυτήν την υποκειμενικότητα απόκτησε και ψυχολογικές διαστάσεις με αντίκτυπο τόσο στον αφηγητή όσο και στους εκπαιδευόμενους. Η συνάντηση των δύο αυτών κόσμων, τροφοδότησε και τις δύο πλευρές με προβληματισμούς, δημιούργησε σκέψεις, αντιδράσεις και συναισθηματικούς τριγμούς που έκαναν την επιστροφή μέσο της αφήγησης στο παρελθόν εποικοδομητική και ευχάριστη. Έτσι οι εκπαιδευόμενοι μέσω αυτής της προφορικής μαρτυρίας ως καλής πρακτικής διεύρυναν κατά μια έννοια τον ορίζοντα της ιστορικής έρευνας με άνοιγμα νέων ερευνητικών πεδίων, δίνοντας κεντρική θέση στους ανθρώπους που δημιούργησαν και βίωσαν την ιστορία. Ουσιαστικά, η προφορική μαρτυρία λειτούργησε για τους εκπαιδευόμενους ως μέσο για το μετασχηματισμό τόσο του περιεχομένου όσο και του σκοπού της ιστορίας όπως τα γνώριζαν, αφού μέχρι πρότινος αγνοούσαν ότι η ιστορία είναι γεμάτη μακρές σιωπές.

Βιβλιογραφία

Gross J.. Neighbors: The Destruction of the Jewish Community in Jedwabne, Poland. Princeton University Press, 2001.

Ένωση Προφορικής Ιστορίας (Πρακτικές οδηγίες), http://www.epi.uth.gr/index.php?page=practice3)

Thompson P.. Φωνές από το παρελθόν (μτφ. Ρ.Β.Μπούσχοτεν-Ν. Ποταμιάνος) Πλέθρον, σ 34, 2002.

Portelli A.. “What makes oral history different?”, in R. Perks and A. Thompson (eds.), The Oral History Reader, London, Routledge, σ. 63-74, 1998.

Oxford Dictionary of English (3 ed.). Edited by Angus Stevenson, Publisher: Oxford University Press, 2010.

Μπουτζουβή, Α.. Προφορική ιστορία: όρια και δεσμεύσεις. Στο Πρακτικά Διεθνούς Ημερίδας «Μαρτυρίες σε ηχητικές και κινούμενες αποτυπώσεις ως πηγή της Ιστορίας», 30 Μαΐου 1997, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας Αθήνα: Κατάρτι σσ. 23-27, 1998.

Passerini L.. «Υποκειμενικότητα και Ιστορία». Στο Σπαράγματα του 20ού αιώνα, Νεφέλη, σσ 13-19, 1998.

Passerini L. (2011). “A Passion for Memory”. History Workshop Journal, 72: 241-250.

Κακαβούλια, Μ.. Αφήγηση και Επικοινωνία, Από τις προσωπικές διηγήσεις στις συνομιλιακές αφηγήσεις του διαδικτύου, Εκπαιδευτικό υλικό από το Σεμινάριο του Ινστιτούτου Επαρχιακού Τύπου με θέμα «Πολιτισμός-Τουρισμός και Περιφερειακά ΜΜΕ», 2012.

Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 18ης Δεκεμβρίου 2006.

Παραδέλλης, Θ.. Ανθρωπολογία της μνήμης. Στο Ρ. Μπενβενίστε & Θ. Παραδέλλης (Επιμ.), Πρακτικά επιστημονικής συνάντησης «Διαδρομές και τόποι της μνήμης: Ιστορικές και ανθρωπολογικές προσεγγίσεις», Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Αθήνα: Αλεξάνδρεια, σσ 27-50, 1999.

Βερβενιώτη, Τ.. Προφορική Ιστορία και έρευνα για τον ελληνικό εμφύλιο: η πολιτική συγκυρία, ο ερευνητής και ο αφηγητής. Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, 107 Α’, σσ 157-181, 2002.

Λάζου, Β. (2004). Οι προφορικές μαρτυρίες ως ιστορική πηγή: Τρόποι αξιοποίησής τους στο σχολικό περιβάλλον, Θαλλώ, 15, 81-90.

Νάκου, Ε.. Η προφορική ιστορία στην εκπαίδευση ως ριζοσπαστική μαθησιακή διαδικασία. Στο Ρ. Βαν Μπούσχοτεν, Τ. Βερβενιώτη, Κ. Μπάδα, Ε. Νάκου, Π. Πανταζής & Π. Χαντζαροπούλου (Επιμ.), Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου «Γεφυρώνοντας τις γενιές: διεπιστημονικότητα και αφηγήσεις ζωής στον 21ο αι. Προφορική ιστορία και άλλες βιοϊστορίες». Βόλος: Ένωση Προφορικής Ιστορίας, σσ 339-352, 2013.

Prensky, Μ. (2001). Digital Natives, digital Immigrants. On the Horizon, Vol. 9 (No. 5), MCB University Press.