Community Dance: Αναπτύσσοντας την Ανθρώπινη Επικοινωνία μέσω της Συλλογικής Δημιουργικότητας

Τσομπανάκη Ελένη, PhD Dance in Education

Community Dance: Αναπτύσσοντας την Ανθρώπινη Επικοινωνία μέσω της Συλλογικής Δημιουργικότητας

 

Περίληψη

Σκοπός της εργασίας ήταν η βιβλιογραφική ανασκόπηση και η εφαρμογή του Community Dance, στη εκπαίδευση, στην κοινωνία και στην ειδική αγωγή. Το community dance δεν είναι ένα συγκεκριμένο στυλ χορού, αλλά μια πολυθεματική προσέγγιση της τέχνης του χορού που στοχεύει στην εκφραστική και δημιουργική κίνηση, είναι μια πτυχή της συμμετοχικής πρακτικής του χορού που ορίζεται από συγκεκριμένες αξίες, προθέσεις, ποιότητες και μεθοδολογίες. Αφορά καλλιτέχνες, παιδαγωγούς, εμψυχωτές και χοροθεραπευτές. Ένα σημαντικό στοιχείο που χρησιμοποιείται σε όλη τη διαδικασία είναι η δημιουργική κίνηση. Μέσο της δημιουργικής κίνησης δομήται το μάθημα χρησιμοποιώντας τον αυτοσχεδιασμό και τη σύνθεση, όπου βάζουν τους συμμετέχοντες σε μια διαρκή σύνδεση της γνώσης και της ευχαρίστησης. Κατά τον αυτοσχεδιασμό, οι συμμετέχοντες δεν επεξεργάζονται εγκεφαλικά κάποια δεδομένα στα οποία πρέπει να απαντήσουν, αλλά δημιουργούν καινούργιες κινησιολογικές ιδέες αυθόρμητα.

Σημαντικός, είναι ο ρόλος του δασκάλου, ο οποίος ενθαρρύνει τη δημιουργικότητα, δίνοντας ευκαιρίες και δημιουργώντας καταστάσεις που να παραπέμπουν σε αυτοσχεδιαστικές δραστηριότητες. Ο δάσκαλος λειτουργεί πολύπλευρα, σπάει τη ρουτίνα, ξεφεύγει από τα στερεότυπα και την δασκαλοκεντρική προσέγγιση. Συνδυάζει τη θεωρία με την πράξη, ενισχύει την έρευνα, μετασχηματίζει το μάθημα σε παιχνίδι.

Παράλληλα με την εκπαίδευση, το community dance έχει εφαρμογή και στην ειδική αγωγή. Η ελευθερία της έκφρασης και η μη αναγκαιότητα της χρήσης κάποιας τεχνικής, εγκαθιστούν το community dance ιδιαίτερο εργαλείο για άτομα με ιδιαιτερότητες. Η διαφορετικότητα, δεν αποτελεί πρόβλημα, δεν είναι εμπόδιο. Ο καθένας από εμάς είναι σημαντικός και ιδιαίτερος.

Το community dance απευθύνεται σε όλους τους ανθρώπους που απλά θέλουν να εκτονωθούν και να εκφραστούν μέσα από τον χορό, χωρίς να δημιουργεί δεσμεύσεις αναφορικά με τις κινητικές τους δεξιότητες. Ενθαρρύνει τους ανθρώπους να αναδείξουν την ιδιαιτερότητά τους και να αποδεχτούν τον άλλον, βοηθά στη βελτίωση της αυτογνωσίας, του αυτοσεβασμού και της αυτονομίας, στη διαχείριση έντονων συναισθημάτων και σκέψεων, στη βελτίωση της επικοινωνίας, στη ανάπτυξη της εμπιστοσύνης με τους άλλους, στην αποφόρτιση και χαλάρωση.

Λέξεις κλειδιά: community dance, δημιουργικός χορός, δημιουργικότητα, εκπαίδευση.

Abstract

The aim of this research was to address the implementations of community dance in society, education and special education using literature review. Community dance is not a specific dance style, rather a multidisciplinary approach that gives emphasis on expressive and creative movement, is an aspect of participatory practice of dance defined by specific values, intentions, qualities and methodologies. It regards artists, educators, animators and dance movement therapists. Creative movement has an integral part in the whole process. Creative movement shapes the lesson using improvisation and composition, where participants are involved in a continuous relation between knowledge and pleasure. During improvisation, participants do not process information through thought, but rather they create new movement ideas spontaneously.

Teachers’ role is important in the process as they encourage creativity by giving opportunities that allude to improvisational activities. Teachers’ approaches vary, breaking the routine, escaping from stereotypes and the teacher-centered approach. Teaching techniques combine theory and practice, strengthens research, transforms the class into a game.

Alongside education, community dance has applications in special education. The freedom of expression and the non-necessity of the use of a specific technique makes community dance suitable for people with diversity. Diversity is not a problem, is not an obstacle. Everyone is important and special.

Community dance aims at all individuals who simply want to feel relived and to express themselves through dance, without creating commitments regarding their kinetic skills. It encourages participants to promote their individuality and to accept others. It assists self-awareness, self-respect, autonomy, manipulation of emotions and thoughts, it develops the sense of trust with others, defuse and relaxation.

Key words: community dance, creative dance, creativity, education.

Ο προσδιορισμός της έννοιας του «community dance» αποτελεί μία διαχρονική πρόκληση αναφορικά με τον ορισμό, την πρακτική, τις μεθόδους διδασκαλίας, τη φιλοσοφία και την αξία του. Με τον ίδιο τρόπο όπου η επιστήμη του χορού χαρακτηρίζεται από την πολυτροπία στις πρακτικές της, έτσι και η διδακτική του community dance προσφέρει διαφορετικές προσεγγίσεις. Πολλές μελέτες έχουν πραγματοποιηθεί ώστε να αποδώσουν έναν ακριβή ορισμό, όπως ενδεικτικά, το Foundation for community dance, όπου παραθέτει τον εξής ορισμό:

Το «community dance» είναι μια πτυχή της συμμετοχικής πρακτικής του χορού που ορίζεται από συγκεκριμένες αξίες, προθέσεις, ποιότητες και μεθοδολογίες. Αφορά σε καλλιτέχνες που δουλεύουν με ανθρώπους και απευθύνεται σ’ αυτούς που παίρνουν ευχαρίστηση χορεύοντας, εκφράζονται δημιουργικά, μαθαίνουν καινούργια πράγματα και αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, αλλά και με άλλους πολιτισμούς (FCD, 2015).

Στο σημείο αυτό τίθεται το εξής ερώτημα: Ένα μέσο, που απευθύνεται σε ευρύ κοινό, σε διαφορετικές κοινωνίες, διαφορετικές κουλτούρες και αξίες, δασκάλους με διαφορετικό υπόβαθρο, πώς είναι δυνατόν να προσδιοριστεί; Για τον λόγο αυτό σημαντικό στοιχείο του προσδιορισμού αυτής της τέχνης, όπως και κάθε τέχνης άλλωστε, είναι να εξετασθούν οι στόχοι του community dance και οι θεμελιώδεις αρχές του.

Καθώς το community dance ασχολείται με την τέχνη του χορού απευθυνόμενο σε άτομα μιας κοινωνίας όπου δεσμεύονται με τον χορό ανεξαρτήτως ικανοτήτων, ηλικίας, φύλλου, θρησκείας και άλλων πεποιθήσεων, τότε αυτός ο χορός πρέπει να αντιμετωπιστεί ως μορφή τέχνης. Τα μαθήματα δεν στοχεύουν στην τεχνική βελτίωση των συμμετεχόντων, και αυτό γιατί ο χορός χρησιμοποιείται ως μια μορφή τέχνης, κοινωνικής πράξης, ιστορικής και προσωπικής έκφρασης που ενσωματώνει πληροφορίες, εμπειρίες και αντιλήψεις από την ανθρώπινη πορεία. Αυτά τα στοιχεία θέλουμε να τα αντικατοπτρίσουμε και να τα παραλληλίσουμε με τον κόσμο των συμμετεχόντων. Έτσι, η πρακτική του community dance εξετάζει τι μπορεί να προσφέρει η κίνηση και ο χορός στην ολιστική διάσταση του ανθρώπου και πώς μπορούν να έχουν εφαρμογή στην καθημερινή του ζωή (Amans, ed, 2008). Ο χορός και η κίνηση μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσο για να αναδείξει την προσωπικότητα του καθενός και την ιδιαιτερότητά του, να του δώσει ευκαιρίες να εργαστεί συλλογικά και να αποκτήσει κίνητρα για κατανόηση και συνεκτικότητα. Ενισχύει, έτσι, την βαθύτερη κατανόηση του ίδιου μας του εαυτού (Brinson, 1991). Οι απόψεις, όμως, που έχει ό άνθρωπος για τον εαυτό του ποικίλουν από εποχή σε εποχή. Αυτό αφορά και το ίδιο του το σώμα, το «εργαλείο» με το οποίο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και τον κόσμο που τον περιβάλλει. Η υπαρξιακή αυτή αναζήτηση του ανθρώπου επηρεάζεται και από την κοινωνία στην οποία ζει. Δημιουργείται έτσι ένας διάλογος, με την κοινωνία και τους κώδικες επικοινωνίας που αναπτύσσει, ο οποίος αποτελεί σχέση παραμέτρων μαθηματικής εξίσωσης. Όταν αλλάζει μια παράμετρος, τότε όλα μεταβάλλονται και έτσι το αποτέλεσμα, η «ερμηνεία περί ζωής», αποκτά μια εντελώς διαφορετική σημασία από αυτή που είχε προηγουμένως. Αναμφισβήτητα λοιπόν η λέξη «κοινότητα» ή «κοινωνία» που εμπεριέχεται στον τίτλο του χορευτικού αυτού είδους, δεν είναι τυχαία αλλά ιδιαίτερα σημαντική. Λειτουργεί καταλυτικά, καθώς μορφοποιεί αξίες και πολιτισμικές αναφορές που έχει ο καθένας, βοηθώντας να γίνεται περισσότερο ευανάγνωστος και κατανοητός και μας δείχνει ότι μέσω της τέχνης, υπάρχουν πολλοί τρόποι να ερμηνεύσει κανείς τον κόσμο. Η συνείδηση του κοινωνικού ρόλου της τέχνης επιτυγχάνεται μέσα από τις ίδιες τις οπτικές μορφές που δημιουργεί ο καθένας και οι οποίες τον βοηθούν να εκφράσει την ταυτότητά του και το γεγονός ότι ανήκει σε μία ομάδα. Μέσα από αυτές, συνειδητοποιεί ότι υπάρχουν πολλοί τρόποι με τους οποίους μπορεί να διαμορφωθεί η τέχνη και να εκφράσει τα συναισθήματα των ανθρώπων που ανήκουν σε διαφορετικές κουλτούρες (McFee, 1985).

Παράλληλα, εξετάζεται πως η κίνηση διασφαλίζει την ενεργητική συμμετοχή, τη βιωματική μάθηση και συντελεί στην αποτελεσματικότητα της μάθησης και στην απόκτηση ειδικών κινητικών ή γενικότερων γνώσεων και δεξιοτήτων, όπως κοινωνικοσυναισθηματική ανάπτυξη, ανάπτυξη των γνωστικών δεξιοτήτων, καλλιέργεια της αντίληψης, της μνήμης, της γλώσσας, της αυτοσυγκέντρωσης, της αυτοπειθαρχίας, της ετοιμότητας, της ικανότητας της λήψης αποφάσεων και επίλυσης προβλημάτων, της συνείδησης του κοινωνικού ρόλου της τέχνης (Davies, 2006).

Η προσωπική πλήρωση ως ακολούθως, πραγματοποιείται με τη χρήση της τέχνης ως εκφραστικό μέσο, δια μέσου, δηλαδή, της δημιουργίας που απαιτεί αντιληπτική εγρήγορση, διασαφήνιση των συναισθημάτων και αντίληψη του κόσμου (Chapman, 1998). Όλες τις παραπάνω απόψεις παραθέτει η Chapman, υποστηρίζοντας ότι η εκτίμηση της καλλιτεχνικής κληρονομιάς και κουλτούρας επέρχεται με την επαφή του ατόμου με την τέχνη και τα έργα της και εξελίσσεται κοινωνικά (μαθαίνει να συνεργάζεται) και πολιτιστικά (αναπτύσσει την πολιτισμική του ταυτότητα).

Όταν αναφερόμαστε στο community dance, άρα, δεν μπορεί παρά να μιλάμε για μια πιο δημιουργική χρήση του χορού, όπως τον δημιουργικό χορό ή την μουσικοκινητική αγωγή. Σαφώς και εμπεριέχονται στοιχεία από κάποια άλλα στυλ ή είδη χορού τα οποία καθορίζονται από τον δάσκαλο και το υπόβαθρό του. Καθώς ο στόχος μας δεν είναι να αναπτυχθούν οι συμμετέχοντες κινητικά, έτσι δεν μπορεί να φανεί χρήσιμη η διδασκαλία κάποιας συγκεκριμένης τεχνικής ή- για να το παραθέσουμε πιο ορθά- δεν είναι απαραίτητη η εστίαση σε μια τεχνική (Gallahue, 1982; Gruber, 1986; Weikart, 1987; Pickard, 1990; Stinson, 1997). Βασισμένοι στην εξέλιξη της φιλοσοφίας της εκπαίδευσης του χορού, οι σύγχρονοι δάσκαλοι πρέπει να προκαλούν τους εαυτούς τους και να ανανεώνουν τις μεθόδους διδασκαλίας τους (Donaldson, 1978). Πρέπει να επιτρέπουν στους συμμετέχοντες να δημιουργούν ανάλογα με τη δική τους φαντασία και προσωπικότητα και όχι να έχουν την απαίτηση απλώς να αντιγράφουν τον δάσκαλό τους (Mosston and Asworth 1986). Αυτή είναι μια κύρια βασική αρχή του δημιουργικού χορού. Ο δημιουργικός χορός χρησιμοποιεί απλή, καθημερινή κίνηση, δίνοντας έμφαση στην κινητική ιδιαιτερότητα και όχι στην κινητική ικανότητα.

Η πρωτοποριακή δουλειά του Rudolph Laban, στη Γερμανία πριν τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, πρόσφερε μια γλώσσα η οποία έδωσε τη δυνατότητα μιας αντικειμενικής συζήτησης της ανάλυσης της ανθρώπινης κίνησης. Η συνεισφορά του στους τομείς της παρατήρησης, της κίνησης, της καταγραφής, και της εφαρμογής τους σε όλες τις μορφές της ανθρώπινης προσπάθειας συνέβαλε στη θεωρητική και πρακτική βάση της μεθόδου του. Επίσης, ο όρος δημιουργικός χορός δημιουργήθηκε από τον Laban και χρησιμοποιήθηκε κυρίως σε παιδιά προσχολικής ηλικίας και γενικότερα στην εκπαίδευση. Ήταν αυτός που έδωσε σημασία όχι στο πώς κινούμαστε αλλά στο γιατί και στο τι μας οδηγεί να κινηθούμε (Laban, 1975).

Έτσι, ένα σημαντικό στοιχείο που χρησιμοποιείται σε όλη τη διαδικασία είναι ο αυτοσχεδιασμός και η σύνθεση. Ο αυτοσχεδιασμός και η σύνθεση βάζουν τους συμμετέχοντες σε μια διαρκή σύνδεση της γνώσης και της ευχαρίστησης, μέσω της προσωπικής κινητικής εμπειρίας. Ο αυτοσχεδιασμός που απαιτεί την επινόηση νέων κινητικών ιδεών, είναι η καταλυτική δραστηριότητα στη διδακτική συνέχεια σε κάθε στάδιο της χορευτικής εκμάθησης. Κατά τον αυτοσχεδιασμό, οι συμμετέχοντες δεν επεξεργάζονται εγκεφαλικά κάποια δεδομένα στα οποία πρέπει να απαντήσουν, αλλά δημιουργούν καινούργιες κινησιολογικές ιδέες αυθόρμητα. Δεν είναι απαραίτητη, δηλαδή, η εγκεφαλική επεξεργασία μιας κίνησης (Lord, 2001). Ίσως, η ανάπτυξη της ικανότητας των ανθρώπων να αυτοσχεδιάζουν, να είναι ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα της όλης μαθησιακής διεργασίας κατά την ενασχόλησή τους με το χορό. Ο αυτοσχεδιασμός είναι ένα σημαντικό υποβοηθητικό μέσο για την ανάπτυξη της δημιουργικής και κριτικής ικανότητας, αλλά και ο κυριότερος σκοπός του community dance. Μέσα από τον αυτοσχεδιασμό και την σύνθεση αναπτύσσεται η ικανότητα για εξερεύνηση. Εξερεύνηση του σώματος και των διαστάσεών του, του χώρου και της φόρμας, του χρόνου και των ποιοτήτων της κίνησης, αλλά και των σχέσεων μεταξύ των ατόμων (Laban, 1975). Ως ακολούθως, η εξερεύνηση, ως διδακτική μεθοδολογία, συνδέεται με όλα τα μέσα που χρησιμοποιεί το community dance.

Σημαντικός, είναι ο ρόλος του δασκάλου, ο οποίος ενθαρρύνει τη δημιουργικότητα, δίνοντας ευκαιρίες και δημιουργώντας καταστάσεις που να παραπέμπουν σε αυτοσχεδιαστικές δραστηριότητες. Αντί να προτείνει ο ίδιος το κινητικό υλικό, επιτρέπει τους συμμετέχοντες να καθορίζουν μόνοι τους τη μορφή και το περιεχόμενο της σύνθεσης που έχουν δημιουργήσει αυτοσχεδιάζοντας, δίνοντας ανατροφοδότηση. Με αυτό τον τρόπο δίνεται έμφαση στην προσπάθεια των ατόμων να αυτενεργούν, να πειραματίζονται και να προβαίνουν σε γόνιμη κριτική, αναπτύσσοντας έτσι το πνεύμα της ομαδικότητας αλλά και της ατομικής πρωτοβουλίας (Shreeves, 1994).

Αναμφισβήτητα η χρήση της δημιουργικής αυτής κίνησης έχει εφαρμογή και στην εκπαίδευση, ως προς τα παιδιά αλλά και ως προς τους δασκάλους και τις διδακτικές τους προσεγγίσεις.

Πολλές έρευνες έχουν αναδείξει τη σημασία του χορού στην εκπαίδευση. Η παιδαγωγική του χορού είναι ένα ζήτημα που έχει μελετηθεί πολύ, με σκοπό την έρευνα και ανάδειξη των ευεργετικών ιδιοτήτων του χορού στην εκπαίδευση (Sanderson, 1996; Benn, 2003; Best, 2004; Tsompanaki, 2009). Η σύνδεση του χορού με την φυσική αγωγή είναι αναπόφευκτη, καθώς από τη φύση του ο χορός ασχολείται με τον συντονισμό των κινήσεων ενός προκαθορισμένου στυλ. Ο χορός αναπτύσσει δεξιότητες μέσα από κινητικές δραστηριότητες και αυτό είναι το κύριο σημείο ταύτισης με την φυσική αγωγή. Όταν αναφερόμαστε για τον χορό στην εκπαίδευση, όμως, υπάρχει ένας σαφής διαχωρισμός καθώς στόχος του δεν είναι να αναπτύξουν τα παιδιά δεξιότητες και κινητικές ικανότητες, αλλά να χρησιμοποιήσουν την κίνηση για να γίνει η μαθησιακή διαδικασία πιο ευχάριστη και ουσιαστική για τα ίδια. Αυτός ο διαχωρισμός μπορεί να γίνει απομονώνοντας σημαντικές αρχές και αξίες του χορού, ως τέχνη, πέρα από την κινητική ανάπτυξη, όπως είναι η αισθητική αγωγή, η δημιουργικότητα, ο αυτοσχεδιασμός, η αίσθηση και η ενσυναίσθηση (Shapiro, 1998; Redfern, 2007; McFee, 2004; Best, 2004). Ο χορός επιβάλλεται να κατανοηθεί ως καλλιτεχνικό, αισθητικό, πολιτισμικό, ανθρωπολογικό και εκπαιδευτικό μέσο και όχι μόνο ως σωματική λειτουργία και ανάπτυξη. Κατά αυτόν τον τρόπο θα μπορέσει να φανεί χρήσιμος στην σχολική καθημερινότητα. Η ενσωμάτωση του χορού και της κίνησης στη διδακτική των δασκάλων δημοτικού και η σύνδεσή του με το γνωστικό αντικείμενο, θα μπορέσει να καταστήσει τη μάθηση πιο αποτελεσματική.

Ο χορός μπορεί να χρησιμοποιηθεί ώστε να εξοπλίσει το διδακτικό ρεπερτόριο των δασκάλων, δίνοντας, έτσι, μια διερευνητική ματιά στη διαδικασία της μάθησης (Rolfe, 1997). Μια εναλλακτική διαδικασία διερεύνησης των θεμάτων, χρησιμοποιώντας την παιδαγωγική εμβέλεια της τέχνης αυτής στην εκπαίδευση. Μια ολιστική προσέγγιση όπου το παιδί θα γνωρίζει, θα επικοινωνεί, θα συνεργάζεται, θα εκφράζεται, θα κρίνει, θα απορρίπτει, θα αποκτήσει κριτική σκέψη, θα είναι δημιουργικό, θα αναλύει και θα παίρνει ευχαρίστηση μέσα από την μάθηση (Τσεκούρας, 2003).

Η ανάδειξη της πολιτισμικής δυναμικής της εκπαίδευσης φιλοδοξεί να δημιουργήσει μια αυθεντική επικοινωνία του παιδιού με το ιστορικό-κοινωνικό και πολιτισμικό του περιβάλλον. Στο πλαίσιο αυτό, η διδασκόμενη ύλη δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως πληροφορία, αλλά και ως καταγεγραμμένη ανθρώπινη εμπειρία, ως ερέθισμα τελικών συγκινήσεων. Η αντίληψη αυτή αποζητά την ευχαρίστηση μέσα από τη γνώση, αξιοποιεί την φυσική περιέργεια του παιδιού, προβάλει τη δημιουργικότητά του, του δίνει κίνητρο για μάθηση και αυτονομία, αποζητά τη βελτίωση της ικανότητάς του για επικοινωνία σε όλα τα επίπεδα και ενθαρρύνει τη συνεργασία (Eisner, 2002). Η βιωματικότητα συμβάλει στο να αναπτυχθεί η αντίληψη του παιδιού  με ένα τρόπο πιο οικείο για το ίδιο. Η κίνηση και το παιχνίδι είναι αναντικατάστατο κομμάτι της ζωής των παιδιών. Εντάσσοντας το παιχνίδι στη διαδικασία μάθησης είναι σαν να φέρνεις τη γνώση πιο κοντά στην καθημερινότητά του, στον κόσμο τον οποίο γνωρίζει. Ο μοναδικός, πρωτότυπος και πολυσήμαντος τρόπος έκφρασης κάθε μορφής τέχνης, συμβάλλει στην ελκυστικότητα αυτής της επικοινωνίας. Την εμπλουτίζει, συνθέτει μια ατμόσφαιρα ποιότητας, πλαισιώνει το λόγο, ισχυροποιεί το μήνυμα, εξοπλίζει θαυμάσια το διδακτικό «ρεπερτόριο» του δασκάλου (McFee, 2004; Best, 2004; Tsompanaki, 2009).

Η επιδίωξη, επομένως, της αισθητικής διάστασης της διδακτέας ύλης και η συναφής καλλιτεχνική δραστηριότητα, αναδεικνύονται ως μία εναλλακτική διαδικασία αναζήτησης των θεμάτων της, διερευνώντας σημαντικά την παιδαγωγική εμβέλεια της τέχνης στην εκπαίδευση.

Ο δάσκαλος λειτουργεί πολύπλευρα, σπάει τη ρουτίνα, ξεφεύγει από τα στερεότυπα και την δασκαλοκεντρική προσέγγιση. Συνδυάζει τη θεωρία με την πράξη, ενισχύει την έρευνα, μετασχηματίζει το μάθημα σε παιχνίδι. Στόχος θα είναι να βρεθεί ένα μοντέλο, όπου θα μπορεί να εφαρμοστεί μέσα στα σχολεία, χωρίς να δεσμεύει τους δασκάλους με πολλές εξωσχολικές συναντήσεις, αλλά να μπορούν μόνοι τους να παράγουν ιδέες και να κάνουν ανατροφοδότηση. Ο ρόλος του εκπαιδευτικού στη μαθησιακή διαδικασία ώστε να αναπτυχθεί το παιδί γνωστικά, συναισθηματικά, κοινωνικά, νοητικά είναι δεδομένος. Ωστόσο, η αποτελεσματική ευαισθητοποίηση και η ενεργοποίησή τους, ώστε να προσεγγίσουν τη μάθηση ολιστικά, δεν είναι δεδομένη. Οι εκπαιδευτικοί καλούνται να υιοθετήσουν μια διαθεματική, διαπολιτισμική ή γενικότερα ολιστική προσέγγιση διδασκαλίας (Γκόβαρης, 2005; Σκέμπερη, 2010), χωρίς όμως να έχουν λάβει τα εφόδια και την απαραίτητη κατάρτιση.  Ο στόχος δεν είναι  να μπορέσουν να διδάξουν, βάσει εγχειριδίου, με μια πολυδιάστατη προσέγγιση, αλλά κυρίως να νιώσουν σίγουροι και έτοιμοι να αλλάξουν τη διδακτική τους. Η υπάρχουσα κατάσταση μας δείχνει ότι υπάρχει μια μονοδιάστατη διδακτική όπου το παιδί καλείται να ακούει, να  αποστηθίζει και να μη συμμετέχει ενεργά στη μαθησιακή διαδικασία, με αποτέλεσμά να μην καλλιεργείται ένας «εν-δυνάμει» ενήλικας. Είναι αναγκαία, επομένως, η προβολή μιας άλλης, νέας αντίληψης στον τρόπο που προσεγγίζονται, παρουσιάζονται και αναλύονται τα γνωστικά αντικείμενα στην εκπαίδευση (Tsompanaki, 2009).

Ανάλογα προγράμματα στην Ελλάδα είναι δύσκολο να εντοπιστούν, καθώς είτε έχουν μικρή διάρκεια, είτε σεμιναριακή μορφή (Αυγητίδου, 2014). Σημαντική, είναι η συνεισφορά του προγράμματος «Μελίνα- Εκπαίδευση και Πολιτισμός» που έδινε την ευκαιρία στους παιδαγωγούς, να εκπαιδευτούν με βιωματικό τρόπο μέσω των τεχνών, με μια σειρά επιμορφωτικών συναντήσεων. Ήταν ένα πρωτοποριακό δεκαετές πρόγραμμα που επέλεξε να επικεντρωθεί στον δάσκαλο, στοχεύοντας στην προσωπική του αλλαγή και κατ’ επέκταση στη διδακτική του και στην αλλαγή των μεθόδων που χρησιμοποιεί (Κοσμέτος, 2012). Το πρόγραμμα «Μελίνα» πρωτοτύπησε σε σχέση με άλλα Ευρωπαϊκά προγράμματα πολιτισμικής αγωγής, καθώς δεν ενέταξε τις τέχνες στην εκπαίδευση ως ξεχωριστό μάθημα (Βεργίδης, Βαικούση, 2003).

Παράλληλα με την εκπαίδευση,  το community dance έχει εφαρμογή και στην ειδική αγωγή. Η ελευθερία της έκφρασης και η μη αναγκαιότητα της χρήσης κάποιας τεχνικής, εγκαθιστούν το community dance ιδιαίτερο εργαλείο για άτομα με ιδιαιτερότητες. Ο ορισμός για τη μέθοδο χορού που χρησιμοποιείται στην ειδική αγωγή είναι η χοροθεραπεία. Οι στόχοι, η μεθοδολογία και η διδακτική προσέγγιση είναι κοινοί με αυτών του community dance. Εξάλλου τα μαθήματα του community dance, όπως προαναφέρθηκε, είναι ανοιχτά σε όλους τους ανθρώπους που θέλουν να δεσμευτούν με τον χορό.

Αναμφισβήτητα η χοροθεραπεία έχει θεραπευτική επιρροή επάνω μας. Το ότι χρησιμοποιείται ο χορός, ως θεραπευτικό μέσο, είναι συχνά συνδεδεμένο με το ιατρικό μοντέλο της αναπηρίας. Ένα μοντέλο που θεωρεί ότι τα άτομα με αναπηρία έχουν ανάγκη από θεραπεία, είναι άρρωστα και χρειάζονται βοήθεια και όχι απλώς άτομα που είναι διαφορετικά (Benjamin, 2002). Τα άτομα με ειδικές ανάγκες δεν ασχολούνται με το χορό για να θεραπευτούν, αλλά συμμετέχουν σε μαθήματα χορού για τους ίδιους λόγους που ασχολούνται με τον χορό τα άτομα χωρίς αναπηρία.

Η διαφορετικότητα, επομένως, δεν αποτελεί πρόβλημα, δεν είναι εμπόδιο. Ο καθένας από εμάς είναι σημαντικός και ιδιαίτερος, αλλά και ικανός να εκφραστεί και να δημιουργήσει με το δικό του τρόπο. Μέσα από μια θετική και ολιστική προσέγγιση, μπορεί ο καθένας να μεταφέρει όμορφες και καθαρές εκφράσεις. Έτσι, η αναπηρία  δεν θα πρέπει να είναι εμπόδιο στη δημιουργικότητα και στη έκφραση. Η κίνηση και ο χορός είναι μια ευρεία μαθησιακή εμπειρία που δίνει τη δυνατότητα σε όλους να εκφραστούν (Benjamin, 2002).

Συμπερασματικά, το community dance δεν είναι ένα συγκεκριμένο στυλ χορού, αλλά μια πολυθεματική προσέγγιση της τέχνης του χορού που στοχεύει στην εκφραστική και δημιουργική κίνηση. Απευθύνεται σε όλους τους ανθρώπους που απλά θέλουν να εκτονωθούν και να εκφραστούν μέσα από τον χορό, χωρίς να δημιουργεί δεσμεύσεις αναφορικά με τις κινητικές τους δεξιότητες. Ενθαρρύνει τους ανθρώπους να αναδείξουν την ιδιαιτερότητά τους και να αποδεχτούν τον άλλον. Επιγραμματικά, το community dance βοηθά στη:

  • Βελτίωση της αυτογνωσίας, του αυτοσεβασμού και της αυτονομίας.
  • Διερεύνηση των συνδέσμων μεταξύ σκέψης, συναισθήματος και δράσης.
  • Διαχείριση έντονων συναισθημάτων και σκέψεων.
  • Βελτίωση της επικοινωνίας.
  • Εξερεύνηση της επιρροής μας στους άλλους.
  • Εξερεύνηση της εσωτερικής/προσωπικής και εξωτερικής πραγματικότητας.
  • Ανάπτυξη της εμπιστοσύνης με τους άλλους.
  • Διαχείριση συναισθημάτων που εμποδίζουν τη μάθηση.
  • Ενίσχυση της δεξιοτεχνίας για κοινωνική αλληλεπίδραση.
  • Βελτίωση των κινητικών δεξιοτήτων.
  • Αποφόρτιση και χαλάρωση.

Ο Brinson (1991) αναφέρει τη σημαντικότητα του χορού στην εκπαίδευση, δίνοντας έμφαση σε πέντε τομείς. Χαρακτηριστικά παραθέτει ότι ο χορός στην εκπαίδευση αναπτύσσει το παιδί μέσω της καλλιτεχνικής και αισθητικής αγωγής, της πολιτισμικής και πολιτιστικής αγωγής, της προσωπικής και κοινωνικής αγωγής, της φυσικής αγωγής και υγείας, αλλά και της διαπολιτισμικής μάθησης. Η αναφορά αυτή, όμως, δεν μπορεί παρά να χρησιμοποιηθεί σε πολλούς τομείς και όχι μόνο σε αυτόν της εκπαίδευσης, κάνοντάς την σημαντική, καθώς εμπερικλείει τη φιλοσοφία του community dance που έχει εφαρμογή στην εκπαίδευση, στην κοινότητα και στην ειδική αγωγή. Μέσα από τις πέντε αυτές παραμέτρους, αναδεικνύεται ο στόχος του χορού και της κίνησης στην κοινωνία, καθώς προβάλλει την μοναδική και προσωπική έκφραση, αναπτύσσει την αντίληψη, παρέχει πρόσβαση σε μια ξεχωριστή φόρμα γνώσης και κατανόησης, δίνοντας ευκαιρίες για εξερεύνηση των σχέσεων μεταξύ συναισθημάτων, αξιών και έκφρασης. Χρησιμοποιώντας εναλλακτικές μεθόδους σκέψης και πράξης, καλλιεργεί την ομαδικότητα, ενθαρρύνοντας, παράλληλα, τη διαφορετικότητα του καθενός και την ξεχωριστή προσωπικότητά του.

Βιβλιογραφία

Αυγητίδου, Σ., (2014) Οι εκπαιδευτικοί ως ερευνητές και ως στοχαζόμενοι επαγγελματίες. Υποστηρίζοντας την επαγγελματική μάθηση για μια συμμετοχική και συνεργατική εκπαίδευση.Αθήνα: Gudenberg

Βεργίδης, Δ. & Βαϊκούση, Δ. (2002). Πρόγραμμα «ΜΕΛΙΝΑ» Εκπαίδευση και Πολιτισμός. Η Eπιμόρφωση των Eκπαιδευτικών. Αξιολόγηση 1997-1999. Πάτρα.

Γκόβαρης, Χ. (2005). Η Διαπολιτισμική Παιδαγωγική ως αντικείμενο επιμόρφωσης εκπαιδευτικών. Στο: Κ. Βρατσάλης (Επιμ.) Διδακτική εμπειρία και παιδαγωγική θεωρία. (σελ. 273-290). Αθήνα: Νήσος.

Κοσμέτος, I. E. (2012) Εκπαίδευση και Πολιτισμός: Η πρόταση του «Προγράμματος Μελίνα»

Σκέμπερη, Λ., (2010) «Τέχνη και εκπαίδευση: η συμβολή της τέχνης στο εκπαιδευτικό έργο ή για μια εκπαίδευση του μέλλοντος», Συνεργασία, αρ. 2 (Σεπτέμβριος)

Amans, (ed) (2008) An introduction to community dance practice. Great Britain: Palgrave Macmillan

Benn, T. (1991) A field study investigation into good practice in dance teaching in primary schools. Physical Education Review, 14(2), pp.157-160.

Best, D. (2004) Aesthetic and artistic: Two separate concepts. The danger of aesthetic education. Research in Dance Education, 5(2), pp.159-175.

Brinson, P. (1991). Dance as Education Towards a National Culture.  London: The Falmer Press.

Chapman, L. (1998). Διδακτική της Τέχνης. Προσεγγίσεις στην Kαλλιτεχνική Αγωγή. Αθήνα: Νεφέλη

Davies, E. (2006) Beyond dance. Laban’s legacy of movement analysis. NY/London: Routledge.

Donaldson, M. (1978) Hurbam Tanker (Children’s minds). Glasgow: Liber.

Eisner, E. (2002). The Arts and the Creation of Mind. USA: Yale University Press.

Foundation for Community Dance  Web site, http://www.communitydance.org.uk (2015/10)

Gallahue, D.L. (1982) Understanding motor development in children. New York: Wiley and sons.

Gruber, J.J. (1986) Physical activity and self-esteem development in children: A meta-analysis. In G.A. S+H & Eckert, M. (eds.). Effects of Physical Activity on Children. American Academy of Physical Education: Champaign, pp.30-48.

Laban, R.  (1975) Modern Educational Dance.  Plymouth: MacDonald and Evans.

Lord, M. (2001) Fostering the growth of beginners’ improvisational skills: a study of dance teaching practices in the high school setting. Research in Dance in Education, 2(1), pp.19-40.

McFee J. L. (1985) Society, art, and education. in Spenser, P. (ed). (1985) Society and the dance. Cambridge: Cambridge University Press.

McFee, G. (2004) The concept of dance education: expanded edition. Eastbourne: Pagentry Press.

Mosston,M. and Asworth, S. (1986) Teaching Physical Education. London: Merill Pyblishing Co.

Redfern, B. (2007) Philosophical aesthetics and the study of dance as an academic discipline. Research in Dance Education, 8(2), pp.187-201.

Rolfe, L.  (1997)  Dance as part of the Initial Teacher Training (ITT) programme for primary students.  Dance Matters, 19(2).

Sanderson, P. (1996) Dance within the National Curriculum for Physical Education of England and Wales.  European Physical Education Review, 2(1), pp. 54-63.

Shapiro, S.B. (1998) Towards transformative teachers: critical and feminist perspectives in dance education, in Shapiro, S.B (ed.). Dance, power and difference. Champaign, IL: Human Kinetics.

Shreeves R. (1994). Children Dancing. Wandlock Education Company.

Stinson, S. W. (1997) A question of fun: adolescent engagement in dance education.  Dance Research Journal, 30(2), pp. 49-69.

Tsompanaki, E. (2009) A comparative study of dance education and training in tertiary education in England and in Greece. PhD diss., University of Birmingham.

Weikart, P.S. (1987) Round the Circle. Michigan: High/scope Press.