Η ερασιτεχνική μέθοδος της επαγγελματικής κατάρτισης

Αντώνιος Π. Μανιάτης

Δικηγόρος – Διδάσκων Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

www.dikaio.gr, maniatis@dikaio.gr

“Η ερασιτεχνική μέθοδος της επαγγελματικής κατάρτισης”

Περίληψη

Η επαγγελματική κατάρτιση αποσκοπεί στην τόνωση του επαγγελματισμού των καταρτιζομένων. Μπορεί να αποκτήσει μία ιδιαίτερη μέθοδο που συνίσταται στην καλλιέργεια της έφεσής τους για το ίδιο το επάγγελμα το οποίο διδάσκονται αλλά και στη χρήση των καλών τεχνών. Ο διττός αυτός ερασιτεχνισμός, επαγγελματικός και καλλιτεχνικός, συνδυάζεται με τη μαθητοκεντρική προσέγγιση και την πολυμορφική, στον ευρύτερο χώρο της εκπαίδευσης ενηλίκων.

Λέξεις – Κλειδιά

«Εκπαίδευση ενηλίκων», «Επαγγελματική κατάρτιση», «Επαγγελματισμός», «Επιτραπέζιο παιχνίδι», «Ερασιτεχνισμός», «Θέατρο», «Καλλιτεχνία», «Κινηματογράφος», «Μαθητοκεντρική εκπαίδευση», «Πολυμορφική εκπαίδευση»

Abstract

Vocational training aims at enhancing the professionalism of trainees. It may acquire a particular method consisting in the culture of their desire for the profession itself that they are taught as well as in the use of fine arts. This double longing, professional and artistic, is combined with the pupil-centred approach and the multiform one, in the wider place of adults’ education.

Key words

“Adults’ education”, “Vocational training”, “Professionalism”, “Table game”, “Amateurism”, “Theatre”, “Fine arts”, “Cinema”, “Pupil-centred education”, “Multiform education”

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Το ζήτημα της μεθόδου της επαγγελματικής κατάρτισης

Η κατάρτιση συνιστά μία μορφή εκπαίδευσης σε γνωστικά αντικείμενα της πράξης, κυρίως επαγγέλματα.

Οι καταρτιζόμενοι είναι κατά κανόνα ενήλικες, προχωρημένης ηλικίας εφόσον πρόκειται για τη συνεχιζόμενη κατάρτιση. Συνεπώς η κατάρτιση υπάγεται στην ευρύτερη προβληματική της Εκπαίδευσης Ενηλίκων, όπως αντιδιαστέλλεται προς τη προσχολική αγωγή και τη σχολική εκπαίδευση των ανηλίκων.

Σε αυτήν την απαιτητική μορφή διδασκαλίας εφαρμόζονται οι βασικές αρχές του προαναφερθέντος επιστημονικού κλάδου, οι οποίες είναι ιδίως oι εξής:

Έμφαση στη χρήση ενεργητικών εκπαιδευτικών τεχνικών

Αντί των παθητικών τεχνικών, όπως ιδίως η εισήγηση από τον εκπαιδευτή ορισμένης διδακτικής ενότητας, προτιμώνται οι τεχνικές που οδηγούν το διδασκόμενο σε δράση και συμμετοχή. Αυτός ο μορφωτικός «ακτιβισμός»  αντιστοιχεί στη μαθητοκεντρική προσέγγιση κατά αντιδιαστολή προς τη δασκαλοκεντρική, εφόσον λαμβάνεται υπόψη ότι οι ενήλικοι έχουν αυξημένες κοινωνικές εμπειρίες και γνώσεις και ρέπουν προς την ενεργό συμμετοχή στη διεξαγωγή των μαθημάτων  (Rogers Alan., Η Εκπαίδευση Ενηλίκων, Μεταίχμιο Αθήνα 1999, σ. 245-247).

Σεβασμός της προτίμησης του ενηλίκου για τον τρόπο μάθησης

Είναι θεμελιώδες να ληφθεί υπόψη πώς κάθε ενήλικος επιθυμεί να μαθαίνει. Κάθε άνθρωπος μαθαίνει με το δικό του ιδιαίτερο τρόπο, ανάλογα με την ηλικία του, τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του αλλά και με το σύστημα εκπαίδευσης στο οποίο υπόκειται, όπως διδασκαλία, μαθητεία, ομαδική εργασία, αυτομόρφωση κ. ά. (Κόκκος Αλέξης, «Κεφάλαιο 1. Αρχές Μάθησης Ενηλίκων» in Κόκκος Αλέξης, Λιοναράκης Αντώνης, Ανοικτή και εξ αποστάσεως εκπαίδευση. Σχέσεις διδασκόντων – διδασκομένων,  Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο Πάτρα 1998, σ. 23). Πράγματι, δεν ενδείκνυται να αγνοηθεί ο μακρόχρονος εθισμός του ενηλίκου σε συγκεκριμένες εκπαιδευτικές μεθόδους και η ροπή του σε διάφορους τρόπους εμπλοκής με το διδακτικό αντικείμενο. Ο σεβασμός αυτός υπαγορεύει το ευρύτερο φαινόμενο της διδασκαλίας και της μάθησης μέσα από ποικίλους τύπους διδακτικού υλικού και τρόπους αξιοποίησής του, γνωστού ως πολυμορφική εκπαίδευση.

Πέρα από αυτές τις δύο καθιερωμένες προσεγγίσεις, οι οποίες άλλωστε συνήθως απαντούν συνδυαστικά, είναι απορίας άξιο εάν μπορεί να ευρεθεί και μία ιδιαίτερη μέθοδος, ικανή να υπηρετήσει ειδικά τις ανάγκες της τυπικής περίπτωσης εκπαίδευσης ενηλίκων, την οποία συνιστά η επαγγελματική κατάρτιση.

Α. Από το σε στενή έννοια επαγγελματισμό στη φιλοτεχνία

Ο επαγγελματισμός αποτελεί την κεντρική έννοια στο περιεχόμενο των σπουδών των καταρτιζομένων, σημαντική όμως είναι και η ανάδειξη της εφέσεως προς το εκάστοτε επάγγελμα.

Ι. Δεοντολογία και επαγγελματική φιλοτεχνία

Ένα τυπικό πρόγραμμα επαγγελματικής κατάρτισης είναι ταγμένο στην αποκατάσταση και αναβάθμιση των συμμετεχόντων στην αγορά εργασίας, άρα στην τόνωση του επαγγελματισμού τους.

Ο επαγγελματισμός διέπεται από κανόνες, η στοιχειώδης περίπτωση των οποίων συνιστά την επαγγελματική δεοντολογία ή καθηκοντολογία, η οποία αποτελεί την επαγγελματική ηθική που επιβάλλεται στα μέλη της οργάνωσης των επαγγελματιών του ενός κλάδου. Αν και αποτυπώνει την επικρατούσα ηθική στους κόλπους της συντεχνίας, επιβάλλεται όχι ως ένα απλώς ηθικής φύσεως σύστημα αλλά με νομικά δεσμευτικό τρόπο, με την πειθαρχική διαδικασία ενώπιον των επαγγελματικών οργάνων (Danovi Remo, Μελέτες Δικηγορικής Δεοντολογίας, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα Αθήνα – Κομοτηνή 2000, σ. 19).

Η καθηκοντολογία μόνη της δεν αρκεί για να σημειωθούν υψηλές επιδόσεις στον επαγγελματικό τομέα. Η επιμελής καλλιέργεια μίας τέχνης συνδέεται με ένα μη νομικής φύσεως φαινόμενο, τη φιλοτεχνία. Ο όρος αυτός χρησιμοποιείται με την έννοια της «ερωτικής σχέσης» με τις πρακτικές τέχνες, στις οποίες συνίστανται τα επαγγέλματα, ακόμη και όταν πρόκειται για επαγγέλματα που δεν υπάγονται στο χώρο της τεχνικής ή της καλλιτεχνίας. Δεν παραγνωρίζεται βέβαια το γεγονός ότι φιλότεχνοι συνήθως θεωρούνται οι φίλοι της Τέχνης, με την έννοια των καλών τεχνών.

Η φιλοτεχνία ενός επαγγέλματος συνιστάται να καλλιεργείται συστηματικά στο πλαίσιο της κατάρτισης. Το αντικείμενο αυτού του είδους εκπαίδευσης μπορεί να θεωρείται από κάποιους ως κατά κάποιο τρόπο βάναυση τέχνη, δηλαδή μηχανική, ταπεινή και αποκομμένη από τα ανθρώπινα συναισθήματα, εφόσον πρόκειται για χειρωνακτικά επαγγέλματα ή γραφειοκρατικού τύπου εργασίες, μηχανιστικές και μονότονες. Όμως, στην πραγματικότητα έχει τη διάσταση των συναισθημάτων, όχι μόνο όταν συνίσταται σε απευθείας προσφορά στο συνάνθρωπο, λόγου χάρη στην περίπτωση επιμόρφωσης νηπιαγωγών, αλλά ακόμη και όταν αφορά την τεχνική. Η αποστολή του μηχανικού εμπεριέχει κοινωνική ευθύνη για την υγιεινή και ασφάλεια στους χώρους εργασίας, την ποιότητα της παραγωγής έναντι των καταναλωτών και την προστασία του φυσικού και του τεχνητού περιβάλλοντος από τα ιδιωτικά ή τα δημόσια τεχνικά έργα.

Η κατάρτιση συνιστάται να αναδεικνύει το χώρο εργασίας ενός επαγγελματία και ιδιαίτερα του τεχνικού λόγω της προβληματικής της σχετικής με τη βαναυσότητα, ως χώρο απασχόλησης υψηλού επιπέδου, εκλεπτυσμένης και κοινωνικά ευαισθητοποιημένης. Κατά συνέπεια είναι σκόπιμο να επιχειρείται η τόνωση της αυτο-εκτίμησης των διδασκομένων, εφόσον παρίσταται ανάγκη.

Χρήσιμη αποβαίνει μεταξύ άλλων η μαιευτική μέθοδος έναντι των εκπαιδευομένων, η οποία μπορεί να παραλληλιστεί με την καταλληλότερη τεχνική για την απομάθηση. Αυτό το μάλλον σπάνιο φαινόμενο συνίσταται όχι στην απευθείας αντίκρουση αλλά στη «μακρύτερη οδό» του να βοηθηθεί ο εκπαιδευόμενος να εξετάσει πώς προήλθε το λανθασμένο πρότυπο και πώς έχει ενισχυθεί μέσω της μακρόχρονης αποδοχής και χρήσης (Rogers Alan, Η Εκπαίδευση Ενηλίκων, Μεταίχμιο Αθήνα 1999, σ. 280-281).

ΙΙ. Το επιτραπέζιο παιχνίδι

Ενδείκνυται η χρήση του επιτραπέζιου παιχνιδιού στην κατάρτιση διότι αυτή  είναι στενά συνδεδεμένη με τη φιλοτεχνία τη σχετική με τα επαγγέλματα.

Τα παιχνίδια έχουν εγγενή τον παιδαγωγικό χαρακτήρα, όσο και αν είναι περιθωριακή η χρήση τους στο σύστημα της  εκπαίδευσης ενηλίκων. Αυτό σε μεγάλο βαθμό οφείλεται σε εννοιολογική σύγχυση μεταξύ της παιδιάς, δηλαδή του παιδαριώδους παιχνιδιού που κατά κανόνα είναι ακατάλληλο να συγκινήσει τους μεγάλους, και της ευρύτερης έννοιας του παιχνιδιού.

Η εκπαιδευτική τεχνική της προσομοίωσης, η οποία συνίσταται σε άσκηση στην πράξη σε συνθήκες παραπλήσιες και εξομοιωμένες με εκείνες του πραγματικού γνωστικού αντικειμένου, ενυπάρχει ήδη στην παιδική ηλικία, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το γνωστό παιχνίδι «Monopoly» (Κόκκος Αλέξης,  «Κεφάλαιο 5 Εκπαιδευτικές τεχνικές», Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, Εθνικό Κέντρο Πιστοποίησης Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάστασης, Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Εκπαιδευτών Εκπαιδευτικό Υλικό για τους Εκπαιδευτές Θεωρητικής Κατάρτισης, Τόμος Ι, χ.χ.., σ. 243).

Ο Τσαρλς Ντάροου, πωλητής που έμεινε άνεργος μετά την οικονομική κατάρρευση του 1929, μια βραδιά του 1930 σχεδίασε στο μουσαμά του τραπεζιού κάποιες από τις μεγάλες οδούς του Ατλάντικ Σίτι. Έβαλε διόδια σε καθεμία από αυτές και χρησιμοποίησε χαρτιά για ψεύτικα χρήματα, για να πληρώνει κάθε φορά που περνούσε από εκεί. Έδειξε το παιχνίδι και στη σύζυγό του και μαζί άρχισαν να παίζουν διαμορφώνοντας σιγά – σιγά κανόνες για το οικιακό τους μέσο διασκέδασης. Το παιχνίδι εισήχθη στην αγορά στα 1935 και ο λόγος για τον οποίο η απήχησή του στο κοινό δεν ήταν αρχικά αναμενόμενη συνίσταται στο επιχειρηματικό του θέμα, το οποίο κατά τεκμήριο είναι ξένο προς την ομάδα του πληθυσμού στην οποία εμπορικά στόχευε. ‘Οντας μακριά από την έννοια της παιδιάς, κατάφερε να θέλξει όχι μόνο τους μεγάλους αλλά και τους εφήβους και τα παιδιά. Σήμερα είναι ιδιαίτερα δημοφιλές σε διεθνή κλίμακα, εμφανιζόμενο σε ενημερωμένες μορφές.

Η προσομοίωση αποτελεί μία αρκετά σημαντική τεχνική στο χώρο της επαγγελματικής κατάρτισης διότι και οι δύο είναι συνυφασμένες με την πράξη. Μάλιστα, η τεχνική αυτή προσφέρεται ιδιαίτερα για τους καταρτιζόμενους δεδομένου ότι είναι ενεργητική.

Καθώς το επιτραπέζιο παιχνίδι, είτε προσομοίωσης του επιχειρηματικού περιβάλλοντος όπως το «Monopoly» είτε γνώσεων, ανταποκρίνεται στην  έφεση προς τον εκάστοτε κλάδο κατάρτισης (Μανιάτης Αντώνιος, Εισαγωγή στο σεμινάριο κοινωνικών επιστημών, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 2006, σ. 178-179), συμβάλλει στη δημιουργία θετικής στάσης για το διδακτικό αντικείμενο, η οποία ευνοεί τη μάθησή του, ακόμη και στον ελεύθερο χρόνο των διδασκομένων. Αυτό αποτελεί σημαντική πρόοδο στη δομή των σπουδών  διότι συνιστά μία άτυπη διεύρυνση της εκπαιδευτικής διαδικασίας, πέρα από το συμβατικό χώρο και χρόνο της διδασκαλίας. Η φιλοτεχνία αποτελεί ισχυρό εσωτερικό ελατήριο των καταρτιζομένων για εμπλοκή με την εκπαιδευτική ύλη, ακόμη και σε χρονικές στιγμές όπως τα διαλείμματα ενός διδακτικού προγράμματος.

Η προσφυγή στο εκπαιδευτικό υλικό του επιτραπέζιου παιχνιδιού έχει ένα  διάχυτο χαρακτήρα που ενδείκνυται ακόμη και για το καταληκτικό στάδιο ενός τυπικού προγράμματος σπουδών, όπως είναι οι γραπτές εξετάσεις, ενδιάμεσης αξιολόγησης ή «εφ’ όλης της ύλης». Το θρανίο μετατρέπεται σε «τράπεζα» στην οποία εδράζεται το παιχνίδι, συνιστάμενο σε ένα γραπτό «διαγωνισμό» γνώσεων. Με αυτό το εναλλακτικό, δηλαδή μη παραδοσιακής μορφής, εξεταστικό υλικό μία διαδικασία στερεότυπη και κατ’ εξοχήν «άχαρη» αποκτά ενδιαφέρον και υποδηλώνει την επαγγελματική φιλοτεχνία. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι η σχολή είναι σχόλη από την αγοραία εργασία, επομένως χώρος για ευχάριστη απασχόληση.

Β. Η καλλιτεχνία στην επαγγελματική κατάρτιση

Η αναφορά στη φιλοτεχνία μπορεί να διευρυνθεί με την προσέγγιση του κόσμου της Τέχνης, η οποία νοείται ως η δημιουργική ανάπτυξη της ανθρώπινης φαντασίας.

Ι. Το θέατρο

Το θέατρο συνιστά καλλιτεχνία, από την οποία εκπορεύεται η έννοια του ντιλετάντη, από την ιταλική λέξη «dilettante». Για πολλούς αιώνες οι μικροί ηγεμόνες των διαφόρων πόλεων της Ιταλίας καλλιέργησαν στις ψυχές των υπηκόων τους τον έρωτα προς τη μουσική για να απομακρύνουν την προσοχή εκείνων από την πολιτική. Έτσι, οι ντιλετάντηδες ήταν έμπειροι και λεπτότατοι γνώστες της μουσικής. Όταν αργότερα η ιταλική μουσική κατά τα μέσα του 18ου αιώνα έγινε της μόδας στη Γαλλία, οι οπαδοί της ονομάστηκαν με τον ίδιο όρο. Με την πάροδο του χρόνου, με την επιβολή της γερμανικής σχολής, έτσι καλούνταν όλοι οι εραστές της καλής μουσικής. Βαθμηδόν η λέξη έλαβε ευρύτερη σημασία, καλύπτοντας όλους τους ασχολούμενους με κάτι, όχι κατ’ επάγγελμα αλλά για απλή διασκέδαση ή από κοινωνική ματαιοδοξία. Επομένως, αντιστοιχεί γενικά στους ερασιτέχνες ενός χώρου, όχι κατ’ ανάγκη καλλιτεχνικού.

Δεδομένου ότι το θέατρο είναι μία από τις καλές τέχνες, φαίνεται άσχετο με το γνωστικό αντικείμενο των συνήθων προγραμμάτων κατάρτισης. Όμως, έχει τη θέση του στην εκπαίδευση ενηλίκων, ιδίως στο πλαίσιο της μαθητοκεντρικής προσέγγισης.

Αν η προσομοίωση με τη μορφή του επιτραπέζιου παιχνιδιού υπηρετεί την έφεση προς το γνωστικό αντικείμενο της κατάρτισης, χωρίς όμως να αποκλείεται το παιχνίδι να έχει και καλλιτεχνική διάσταση, η βασική εκπαιδευτική τεχνική, της οποίας παραλλαγή θεωρείται η προσομοίωση, υπάγεται στον καλλιτεχνικό χώρο. Πρόκειται για το «Παιχνίδι ρόλων», το οποίο συνίσταται σε θεατρικό αυτοσχεδιασμό στη βάση των ήδη αποκτημένων θεωρητικών γνώσεων. Συγκεκριμένα, ο εκπαιδευτής έχει προετοιμάσει ένα έντυπο υλικό με το οποίο καλούνται δύο τουλάχιστον εκπαιδευόμενοι να διαχειριστούν μία αληθοφανή κατάσταση, συνήθως μία κοινωνική σύγκρουση. Η διαφορά αυτής της ενεργητικής εκπαιδευτικής τεχνικής σε σχέση με την προσομοίωση έγκειται στην υποκριτική τέχνη. Άρα,  οι παίκτες λειτουργούν ως ερασιτέχνες ηθοποιοί, σε ένα δραματικό έργο με αβέβαιη την έκβαση. Με διδακτικούς όρους αυτό σημαίνει ότι ο «θίασος» λειτουργεί σε ένα βιωματικό εργαστήριο ενεργητικής συμμετοχής προς το πρακτικό σκέλος του επιστητού. Σε αυτό το ιδιότυπο εκπαιδευτικό πείραμα, του οποίου απαραίτητη προϋπόθεση είναι η εθελοντική συμμετοχή των παικτών, έχουν εμπλοκή και οι υπόλοιποι διδασκόμενοι, οι οποίοι έχουν εκ των προτέρων προσανατολιστεί στην κριτική παρατήρηση των δρωμένων, στη βάση της οποίας ακολουθεί σχετική συζήτηση μετά το παίξιμο. Εάν το κοινό στην τραγωδία περιορίζεται σε έναν παθητικό ρόλο, διαπλάθοντας χαρακτήρα μέσα από τη λύτρωση από τα πάθη των ηρώων, στην παρούσα τεχνική επιτελεί ενεργητική λειτουργία, πέρα από το πιθανό ενδεχόμενο να υποκριθεί και αυτό σε μία επόμενη εκτέλεση του ίδιου παιχνιδιού.

Εξάλλου, δεν είναι ασήμαντη παράμετρος της επιτυχίας της τεχνικής η βιντεοσκόπηση. Εφόσον διασφαλίζεται η τεχνική και οικονομική προϋπόθεση της κάλυψης με βιντεοκάμερα, υποβοηθείται η συγκεκριμένη τεχνική μέσω του ετεροχρονισμένου του θεάματος. Μάλιστα, το βίντεο αποτελεί ένα σημαντικό μέσο για την τελειοποίηση και των ίδιων των εκπαιδευτών καθώς τους προσφέρει τη δυνατότητα να παρατηρούν κατ’ επανάληψη τον εαυτό τους, κατόπιν του εκάστοτε εκπαιδευτικού εγχειρήματος (Noyé Didier, Piveteau Jacques, Πρακτικός Οδηγός του Εκπαιδευτή, εκδ. Μεταίχμιο Αθήνα 2006., σ. 128-129).

Ιδιαίτερα στο πλαίσιο της επιμόρφωσης των εκπαιδευτών, η βιντεοσκόπηση ιδίως της μικροδιδασκαλίας δεν τους παρέχει απλώς την ευκαιρία βελτίωσής τους αλλά και εμπλουτίζει τα διαθέσιμο υλικό για τη μελλοντική τους διδασκαλία. Συγκεκριμένα, εφόσον οι εκπαιδευόμενοι λάβουν αντίγραφο της βιντεοσκοπημένης δοκιμασίας τους, αποκτούν τη δυνατότητα να αξιοποιήσουν το εγχείρημά τους στην επαγγελματική τους καριέρα. Αυτή η προοπτική συστηματικής διδακτικής χρήσης ενισχύει όσα έχουν αναπτυχθεί για τη μοντέρνα εκπαίδευση με τον πολυμορφικό και δυναμικό χαρακτήρα.

Πέρα από την καθαρά μορφωτική του σημασία, το βίντεο συνιστά μία ιδιαίτερη τέχνη, η οποία κατά περίπτωση έχει και χαρακτήρα καλλιτεχνίας. Χαρακτηριστική περίπτωση συνιστά η καινοτομία του εικοστού αιώνα, το ιδιαίτερο είδος του «Happening», δηλαδή ένα έκτακτο και απρόβλεπτο δρώμενο, ακριβέστερα ένα πραγματικό γεγονός που περιλαμβάνει θεατρικά στοιχεία. Σε αυτό το σύντομο θέαμα αποτελεί πρώτης τάξεως εργαλείο η βιντεοκάμερα, η οποία και λόγω της σχετικής διάστασης του θέματος, μπορεί να οδηγήσει σε καλλιτεχνική απαθανάτιση του αισθητικού αποτελέσματος.

ΙΙ. Ο κινηματογράφος

Η έβδομη τέχνη συνιστά καλλιτεχνία ταυτόχρονα σύνθετη και αυτοτελή σε σχέση με τις άλλες τέχνες.

Κατ’ αρχάς ο κινηματογράφος μπορεί να λειτουργήσει ως διδακτικό υλικό στο χώρο της εκπαίδευσης με αυτοτελή τρόπο. Πράγματι, ο εκπαιδευτής έχει την ευχέρεια να προβάλει ένα κινηματογραφικό έργο, όπως άλλωστε και μία βιντεοταινία, προς τους διδασκόμενους έτσι ώστε αυτοί να διδαχθούν μέσα από το περιεχόμενο του έργου. Αυτό ενδείκνυται κυρίως στην περίπτωση που προβάλλεται ένα φιλμ ειδικά προορισμένο για την εκπαιδευτική διαδικασία αλλά μπορεί να επιτελέσει μορφωτική λειτουργία και μία ταινία του συμβατικού κινηματογράφου ή βίντεο. Θεωρείται όμως ότι η απλή προβολή μίας ταινίας υπερτιμά τη διδακτική της δύναμη (Βαλάκας Γιάννης, «Κεφάλαιο 6. Εκπαιδευτικά μέσα και εκπαιδευτικός χώρος», in Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, Εθνικό Κέντρο Πιστοποίησης Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάστασης, Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Εκπαιδευτών Εκπαιδευτικό Υλικό για τους Εκπαιδευτές Θεωρητικής Κατάρτισης, Τόμος ΙΙΙ, χ.χ., σ. 30). Το προτιμότερο είναι να ενταχθεί η προβολή στο ευρύτερο πλαίσιο του μαθήματος, πράγμα που συνεπάγεται κατά κανόνα τη χρήση της τεχνικής που συνίσταται σε μελέτη περίπτωσης.

Πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες ενεργητικές τεχνικές στο χώρο της εκπαίδευσης ενηλίκων. Οι καταρτιζόμενοι παρατηρούν την προβαλλόμενη περίπτωση και στη συνέχεια εμπλέκονται να τη μελετήσουν για την εξαγωγή των σχετικών συμπερασμάτων, με επιμέλεια του εκπαιδευτή. Ιδιαίτερα χρήσιμη είναι η ενσωμάτωση στη μελέτη αυτή και άλλων ενεργητικών τεχνικών, κυρίως ενεργητικής φύσεως, όπως η επεξεργασία θέματος ανά μικρές ομάδες εργασίας.

Ωστόσο, ο κινηματογράφος έχει έναν τόσο δυναμικό χαρακτήρα που προσφέρεται περαιτέρω στο πλαίσιο της μαθητοκεντρικής προσέγγισης. Έτσι, στον ευρύτερο χώρο της δραστηριοποίησης των διδασκομένων, ο οποίος συνίσταται στις λοιπές ασκήσεις κατ’ αντιδιαστολή προς τις επώνυμες τεχνικές σαν και τη μελέτη περίπτωσης, εντάσσεται η δοκιμασία της δημιουργίας πίνακα σεναρίου («storyboard»).

Ο πίνακας αποτελεί την απεικόνιση της μετέπειτα κινηματογραφικής ταινίας, ανά σκηνές και πλάνα, έτσι ώστε το υπάρχον σενάριο να μετουσιωθεί στον πρακτικό οδηγό του σκηνοθέτη. Ο επιφορτισμένος με τα εξωτερικά και τα εσωτερικά γυρίσματα του φιλμ μετέρχεται τον ήδη διαμορφωμένο πίνακα και όχι απευθείας το γραπτό κείμενο της υπόθεσης του έργου.

Σε πείσμα απαισιόδοξων προβλέψεων για μεγάλο οικονομικό κόστος και αυξημένη μαθησιακή αποτυχία, ο πίνακας έχει αρχίσει να χρησιμοποιείται  επιτυχώς στην εκπαίδευση ενηλίκων γενικά, και ειδικότερα στην κατάρτιση.  Προδιαγραφές για την ευδοκίμηση αυτής της πρωτότυπης άσκησης είναι κυρίως οι εξής:

-Η κατά κανόνα εθελοντική συμμετοχή των εκπαιδευομένων, με την έννοια της χορήγησης σε αυτούς του δικαιώματος επιλογής του πίνακα μεταξύ περισσότερων διαζευκτικά προσφερόμενων, βαθμολογικά ισοδύναμων δοκιμασιών.

-Η άφεση ευρείας διακριτικής ευχέρειας στους ασκούμενους ως προς τα εκφραστικά μέσα. Αυτό συνεπάγεται και τη δυνατότητα χρήσης φωτογραφιών  αντί σχεδίων, τα οποία μετέρχονται κατά κανόνα οι επαγγελματίες δημιουργοί.

-Η διάθεση από τον εκπαιδευτή στους υποψήφιους επαρκούς παρόμοιου υλικού έτσι ώστε αυτοί να έχουν υποδείγματα.

Πάντως, η άσκηση αυτή είναι περισσότερο απαιτητική εφόσον έγκειται στο σχεδιασμό και στην ανάπτυξη διδακτικού υλικού, εναλλακτικής μορφής. Πράγματι, οι καταρτιζόμενοι καλούνται να υλοποιήσουν έναν πίνακα για την ενδεχόμενη δημιουργία ενός έργου ειδικά προορισμένου για την υποστήριξη του ίδιου μαθήματος με αυτό της άσκησης ή και παραπλήσιων μαθημάτων. Η διδακτική αποστολή συνεπάγεται την υποχρέωση τήρησης σχετικών προδιαγραφών. Ενδεικτικά αναφέρεται το μοντέλο αφήγησης των γεγονότων κατά τον Αριστοτέλη, πράγμα που σημαίνει ότι η πλοκή τηρεί κατά απόλυτο τρόπο τη χρονική και αιτιώδη σειρά και επομένως αποκλείεται το πρωθύστερο σχήμα. Άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η κατά κανόνα υιοθέτηση ενός «αισίου τέλους» («happy end»), το οποίο αποφορτίζει συναισθηματικά και επομένως δεν δυσχεραίνει το μαθησιακό εγχείρημα.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ: Πρόταση για ερασιτεχνική επαγγελματική κατάρτιση

Από την ανάλυση που προηγήθηκε προκύπτει ότι η επαγγελματική κατάρτιση μπορεί να προαχθεί μέσα από μία ιδιαίτερη μέθοδο. Η προσέγγιση αυτή ταιριάζει με τη μαθητοκεντρική δεδομένου ότι θέτει τους καταρτιζόμενους, κατά κανόνα ομαδικά, στο επίκεντρο της εκπαίδευσης μέσα από τη συστηματική χρήση ενεργητικών εκπαιδευτικών τεχνικών. Επιπλέον, ανταποκρίνεται στο αίτημα για πολυμορφική παιδεία καθώς κάνει χρήση ετερόκλητων μορφωμάτων.

Πρόκειται για τον ερασιτεχνισμό, κατά αντιδιαστολή προς το σε στενή έννοια επαγγελματισμό ο οποίος νοείται ως το ελάχιστο και ταυτόχρονα επαρκές περιεχόμενο κάθε προγράμματος επαγγελματικής κατάρτισης. Η ερασιτεχνική μέθοδος αναλύεται σε δύο βασικές τεχνικές, ξεκινώντας από την έφεση προς την εκάστοτε διδασκόμενη επαγγελματική τέχνη. Η φιλοτεχνία αυτή αποτελεί πηγή έμπνευσης έτσι ώστε να εμπλουτιστεί η εκπαιδευτική διαδικασία με εναλλακτικό υλικό διδασκαλίας και εξετάσεων, όπως είναι το επιτραπέζιο παιχνίδι.

Όμως, η καλλιέργεια της φιλοτεχνίας του επαγγέλματος συνιστάται να συμπληρώνεται από την επίδειξη φιλοτεχνίας με τη συνήθη έννοια του όρου. Ενδείκνυται δηλαδή να συνδυάζεται με μία ευρύτερη καλλιέργεια, την περιστασιακή και όχι κατά κανόνα για βιοπορισμό ενασχόληση με την Τέχνη. Πρόκειται για την ανάδυση μίας ιδιαίτερης διάστασης της ερασιτεχνίας κατά αντιδιαστολή προς την επαγγελματική εμπλοκή με το εκάστοτε αντικείμενο, η οποία αποδίδεται με τον όρο ντιλεταντισμός. Με το άνοιγμα στο ντιλεταντισμό αναδύονται τέχνες φαινομενικά άσχετες με το γνωστικό αντικείμενο του εκάστοτε προγράμματος σπουδών, ιδίως στο πλαίσιο της μαθητοκεντρικής προσέγγισης. Χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγματα αφενός του θεάτρου  και αφετέρου κυρίως του κινηματογράφου αλλά δευτερευόντως και του βίντεο, σε σχέση με τις ενεργητικές εκπαιδευτικές τεχνικές της μελέτης περίπτωσης και του  παιξίματος ρόλων αντίστοιχα.

Μάλιστα, ο καλλιτεχνικός ερασιτεχνισμός των καταρτιζομένων μπορεί μετά την αποφοίτησή τους από το αντίστοιχο πρόγραμμα να συνιστά μία παρεμπίπτουσα και όχι κατά ανάγκη συστηματική εμπλοκή των επαγγελματιών με την Τέχνη. Όμως, ενδείκνυται να αποτελεί συστηματική προσέγγιση στο θεσμικό σύστημα της επαγγελματικής κατάρτισης.

Άρα, η ερασιτεχνία δεν είναι σκόπιμο να περιορίζεται στο διδασκόμενο επάγγελμα των υποψήφιων ή εν ενεργεία επαγγελματιών αλλά συνιστάται να προάγει αυτούς τους επαγγελματίες σε ντιλετάντηδες  αναφορικά με κάποιους άλλους χώρους, κυρίως καλλιτεχνικούς. Αυτός ο διττός ερασιτεχνισμός, ο εσωστρεφής για το εκάστοτε επάγγελμα και ο ντιλεταντισμός, προστίθεται σε ένα ευρύτερο μεθοδολογικό οπλοστάσιο. Συγκεκριμένα, η συνειδητή υιοθέτηση του τριπτύχου «μαθητοκεντρικός, πολυμορφικός ερασιτεχνισμός»  στην επαγγελματική κατάρτιση αποτελεί μία πρακτική πρόταση για αυτό το είδος εκπαίδευσης της πράξης, στο πλαίσιο ενός εκπαιδευτικού συστήματος του οποίου το όχημα καθίσταται ολοένα και περισσότερο πολυμορφικό.

* * *

Η εκπαίδευση ενηλίκων είναι μία διαδικασία η οποία τείνει να ξεφύγει από τον εμπειρισμό του εκπαιδευτή και τη «σχολειοποίηση» (Μαυρογιώργος Γιώργος,  «Κεφάλαιο 12 Ο ρόλος του «νέου» εκπαιδευτή ενηλίκων», in Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, Εθνικό Κέντρο Πιστοποίησης Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάστασης, Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Εκπαιδευτών Εκπαιδευτικό Υλικό για τους Εκπαιδευτές Θεωρητικής Κατάρτισης, Τόμος ΙΙΙ, σ. 305-322, χ.χ.). Σε αυτό το εκσυγχρονιστικό εγχείρημα είναι:

-σκηνοθέτης ο «νέος» επαγγελματίας εκπαιδευτής,

-πρωταγωνιστές οι εκπαιδευόμενοι και

-καταλύτης οι οπτικοακουστικές τέχνες (Μανιάτης Αντώνιος, «Καλλιτεχνικό θέαμα στην εκπαίδευση εκπαιδευτών ενηλίκων», in Πρακτικά Εισηγήσεων: 3ο Διεθνές Συνέδριο Επιστημονικής Ένωσης Εκπαιδευτών Ενηλίκων,  2008).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Βαλάκας,  Γ., «Κεφάλαιο 6. Εκπαιδευτικά μέσα και εκπαιδευτικός χώρος», in Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, Εθνικό Κέντρο Πιστοποίησης Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάστασης, Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Εκπαιδευτών Εκπαιδευτικό Υλικό για τους Εκπαιδευτές Θεωρητικής Κατάρτισης, Τόμος ΙΙΙ, χ.χ.

Danovi R., Μελέτες Δικηγορικής Δεοντολογίας, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα Αθήνα – Κομοτηνή 2000.

Κόκκος, A., «Κεφάλαιο 1. Αρχές Μάθησης Ενηλίκων» in Κόκκος Α., Λιοναράκης Α., Ανοικτή και εξ αποστάσεως εκπαίδευση. Σχέσεις διδασκόντων – διδασκομένων,  Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο Πάτρα 1998.

Κόκκος Α., «Κεφάλαιο 5 Εκπαιδευτικές τεχνικές», Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, Εθνικό Κέντρο Πιστοποίησης Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάστασης, Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Εκπαιδευτών Εκπαιδευτικό Υλικό για τους Εκπαιδευτές Θεωρητικής Κατάρτισης, Τόμος Ι, χ.χ..

Μανιάτης Α., Εισαγωγή στο σεμινάριο κοινωνικών επιστημών, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 2006.

Μανιάτης Α., «Καλλιτεχνικό θέαμα στην εκπαίδευση εκπαιδευτών ενηλίκων», in Πρακτικά Εισηγήσεων: 3ο Διεθνές Συνέδριο Επιστημονικής Ένωσης Εκπαιδευτών Ενηλίκων,  2008.

Μαυρογιώργος Γ., «Κεφάλαιο 12 Ο ρόλος του «νέου» εκπαιδευτή ενηλίκων», in Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, Εθνικό Κέντρο Πιστοποίησης Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάστασης, Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Εκπαιδευτών Εκπαιδευτικό Υλικό για τους Εκπαιδευτές Θεωρητικής Κατάρτισης, Τόμος ΙΙΙ, σ. 305-322, χ.χ.)

Noyé D., Piveteau J., Πρακτικός Οδηγός του Εκπαιδευτή, εκδ. Μεταίχμιο Αθήνα 2006.

Ρόδιος Ν., «Εισαγωγή», in Danovi Remo, Μελέτες δικηγορικής δεοντολογίας, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα  Αθήνα – Κομοτηνή 2000

Rogers A., Η Εκπαίδευση Ενηλίκων, Μεταίχμιο Αθήνα 1999.

Αντώνιος Π. Μανιάτης

Δικηγόρος – Διδάσκων Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

www.dikaio.gr, maniatis@dikaio.gr

“Η ερασιτεχνική μέθοδος της επαγγελματικής κατάρτισης”

Περίληψη

Η επαγγελματική κατάρτιση αποσκοπεί στην τόνωση του επαγγελματισμού των καταρτιζομένων. Μπορεί να αποκτήσει μία ιδιαίτερη μέθοδο που συνίσταται στην καλλιέργεια της έφεσής τους για το ίδιο το επάγγελμα το οποίο διδάσκονται αλλά και στη χρήση των καλών τεχνών. Ο διττός αυτός ερασιτεχνισμός, επαγγελματικός και καλλιτεχνικός, συνδυάζεται με τη μαθητοκεντρική προσέγγιση και την πολυμορφική, στον ευρύτερο χώρο της εκπαίδευσης ενηλίκων.

Λέξεις – Κλειδιά

«Εκπαίδευση ενηλίκων», «Επαγγελματική κατάρτιση», «Επαγγελματισμός», «Επιτραπέζιο παιχνίδι», «Ερασιτεχνισμός», «Θέατρο», «Καλλιτεχνία», «Κινηματογράφος», «Μαθητοκεντρική εκπαίδευση», «Πολυμορφική εκπαίδευση»

Abstract

Vocational training aims at enhancing the professionalism of trainees. It may acquire a particular method consisting in the culture of their desire for the profession itself that they are taught as well as in the use of fine arts. This double longing, professional and artistic, is combined with the pupil-centred approach and the multiform one, in the wider place of adults’ education.

Key words

“Adults’ education”, “Vocational training”, “Professionalism”, “Table game”, “Amateurism”, “Theatre”, “Fine arts”, “Cinema”, “Pupil-centred education”, “Multiform education”

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Το ζήτημα της μεθόδου της επαγγελματικής κατάρτισης

Η κατάρτιση συνιστά μία μορφή εκπαίδευσης σε γνωστικά αντικείμενα της πράξης, κυρίως επαγγέλματα.

Οι καταρτιζόμενοι είναι κατά κανόνα ενήλικες, προχωρημένης ηλικίας εφόσον πρόκειται για τη συνεχιζόμενη κατάρτιση. Συνεπώς η κατάρτιση υπάγεται στην ευρύτερη προβληματική της Εκπαίδευσης Ενηλίκων, όπως αντιδιαστέλλεται προς τη προσχολική αγωγή και τη σχολική εκπαίδευση των ανηλίκων.

Σε αυτήν την απαιτητική μορφή διδασκαλίας εφαρμόζονται οι βασικές αρχές του προαναφερθέντος επιστημονικού κλάδου, οι οποίες είναι ιδίως oι εξής:

Έμφαση στη χρήση ενεργητικών εκπαιδευτικών τεχνικών

Αντί των παθητικών τεχνικών, όπως ιδίως η εισήγηση από τον εκπαιδευτή ορισμένης διδακτικής ενότητας, προτιμώνται οι τεχνικές που οδηγούν το διδασκόμενο σε δράση και συμμετοχή. Αυτός ο μορφωτικός «ακτιβισμός»  αντιστοιχεί στη μαθητοκεντρική προσέγγιση κατά αντιδιαστολή προς τη δασκαλοκεντρική, εφόσον λαμβάνεται υπόψη ότι οι ενήλικοι έχουν αυξημένες κοινωνικές εμπειρίες και γνώσεις και ρέπουν προς την ενεργό συμμετοχή στη διεξαγωγή των μαθημάτων  (Rogers Alan., Η Εκπαίδευση Ενηλίκων, Μεταίχμιο Αθήνα 1999, σ. 245-247).

Σεβασμός της προτίμησης του ενηλίκου για τον τρόπο μάθησης

Είναι θεμελιώδες να ληφθεί υπόψη πώς κάθε ενήλικος επιθυμεί να μαθαίνει. Κάθε άνθρωπος μαθαίνει με το δικό του ιδιαίτερο τρόπο, ανάλογα με την ηλικία του, τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του αλλά και με το σύστημα εκπαίδευσης στο οποίο υπόκειται, όπως διδασκαλία, μαθητεία, ομαδική εργασία, αυτομόρφωση κ. ά. (Κόκκος Αλέξης, «Κεφάλαιο 1. Αρχές Μάθησης Ενηλίκων» in Κόκκος Αλέξης, Λιοναράκης Αντώνης, Ανοικτή και εξ αποστάσεως εκπαίδευση. Σχέσεις διδασκόντων – διδασκομένων,  Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο Πάτρα 1998, σ. 23). Πράγματι, δεν ενδείκνυται να αγνοηθεί ο μακρόχρονος εθισμός του ενηλίκου σε συγκεκριμένες εκπαιδευτικές μεθόδους και η ροπή του σε διάφορους τρόπους εμπλοκής με το διδακτικό αντικείμενο. Ο σεβασμός αυτός υπαγορεύει το ευρύτερο φαινόμενο της διδασκαλίας και της μάθησης μέσα από ποικίλους τύπους διδακτικού υλικού και τρόπους αξιοποίησής του, γνωστού ως πολυμορφική εκπαίδευση.

Πέρα από αυτές τις δύο καθιερωμένες προσεγγίσεις, οι οποίες άλλωστε συνήθως απαντούν συνδυαστικά, είναι απορίας άξιο εάν μπορεί να ευρεθεί και μία ιδιαίτερη μέθοδος, ικανή να υπηρετήσει ειδικά τις ανάγκες της τυπικής περίπτωσης εκπαίδευσης ενηλίκων, την οποία συνιστά η επαγγελματική κατάρτιση.

Α. Από το σε στενή έννοια επαγγελματισμό στη φιλοτεχνία

Ο επαγγελματισμός αποτελεί την κεντρική έννοια στο περιεχόμενο των σπουδών των καταρτιζομένων, σημαντική όμως είναι και η ανάδειξη της εφέσεως προς το εκάστοτε επάγγελμα.

Ι. Δεοντολογία και επαγγελματική φιλοτεχνία

Ένα τυπικό πρόγραμμα επαγγελματικής κατάρτισης είναι ταγμένο στην αποκατάσταση και αναβάθμιση των συμμετεχόντων στην αγορά εργασίας, άρα στην τόνωση του επαγγελματισμού τους.

Ο επαγγελματισμός διέπεται από κανόνες, η στοιχειώδης περίπτωση των οποίων συνιστά την επαγγελματική δεοντολογία ή καθηκοντολογία, η οποία αποτελεί την επαγγελματική ηθική που επιβάλλεται στα μέλη της οργάνωσης των επαγγελματιών του ενός κλάδου. Αν και αποτυπώνει την επικρατούσα ηθική στους κόλπους της συντεχνίας, επιβάλλεται όχι ως ένα απλώς ηθικής φύσεως σύστημα αλλά με νομικά δεσμευτικό τρόπο, με την πειθαρχική διαδικασία ενώπιον των επαγγελματικών οργάνων (Danovi Remo, Μελέτες Δικηγορικής Δεοντολογίας, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα Αθήνα – Κομοτηνή 2000, σ. 19).

Η καθηκοντολογία μόνη της δεν αρκεί για να σημειωθούν υψηλές επιδόσεις στον επαγγελματικό τομέα. Η επιμελής καλλιέργεια μίας τέχνης συνδέεται με ένα μη νομικής φύσεως φαινόμενο, τη φιλοτεχνία. Ο όρος αυτός χρησιμοποιείται με την έννοια της «ερωτικής σχέσης» με τις πρακτικές τέχνες, στις οποίες συνίστανται τα επαγγέλματα, ακόμη και όταν πρόκειται για επαγγέλματα που δεν υπάγονται στο χώρο της τεχνικής ή της καλλιτεχνίας. Δεν παραγνωρίζεται βέβαια το γεγονός ότι φιλότεχνοι συνήθως θεωρούνται οι φίλοι της Τέχνης, με την έννοια των καλών τεχνών.

Η φιλοτεχνία ενός επαγγέλματος συνιστάται να καλλιεργείται συστηματικά στο πλαίσιο της κατάρτισης. Το αντικείμενο αυτού του είδους εκπαίδευσης μπορεί να θεωρείται από κάποιους ως κατά κάποιο τρόπο βάναυση τέχνη, δηλαδή μηχανική, ταπεινή και αποκομμένη από τα ανθρώπινα συναισθήματα, εφόσον πρόκειται για χειρωνακτικά επαγγέλματα ή γραφειοκρατικού τύπου εργασίες, μηχανιστικές και μονότονες. Όμως, στην πραγματικότητα έχει τη διάσταση των συναισθημάτων, όχι μόνο όταν συνίσταται σε απευθείας προσφορά στο συνάνθρωπο, λόγου χάρη στην περίπτωση επιμόρφωσης νηπιαγωγών, αλλά ακόμη και όταν αφορά την τεχνική. Η αποστολή του μηχανικού εμπεριέχει κοινωνική ευθύνη για την υγιεινή και ασφάλεια στους χώρους εργασίας, την ποιότητα της παραγωγής έναντι των καταναλωτών και την προστασία του φυσικού και του τεχνητού περιβάλλοντος από τα ιδιωτικά ή τα δημόσια τεχνικά έργα.

Η κατάρτιση συνιστάται να αναδεικνύει το χώρο εργασίας ενός επαγγελματία και ιδιαίτερα του τεχνικού λόγω της προβληματικής της σχετικής με τη βαναυσότητα, ως χώρο απασχόλησης υψηλού επιπέδου, εκλεπτυσμένης και κοινωνικά ευαισθητοποιημένης. Κατά συνέπεια είναι σκόπιμο να επιχειρείται η τόνωση της αυτο-εκτίμησης των διδασκομένων, εφόσον παρίσταται ανάγκη.

Χρήσιμη αποβαίνει μεταξύ άλλων η μαιευτική μέθοδος έναντι των εκπαιδευομένων, η οποία μπορεί να παραλληλιστεί με την καταλληλότερη τεχνική για την απομάθηση. Αυτό το μάλλον σπάνιο φαινόμενο συνίσταται όχι στην απευθείας αντίκρουση αλλά στη «μακρύτερη οδό» του να βοηθηθεί ο εκπαιδευόμενος να εξετάσει πώς προήλθε το λανθασμένο πρότυπο και πώς έχει ενισχυθεί μέσω της μακρόχρονης αποδοχής και χρήσης (Rogers Alan, Η Εκπαίδευση Ενηλίκων, Μεταίχμιο Αθήνα 1999, σ. 280-281).

ΙΙ. Το επιτραπέζιο παιχνίδι

Ενδείκνυται η χρήση του επιτραπέζιου παιχνιδιού στην κατάρτιση διότι αυτή  είναι στενά συνδεδεμένη με τη φιλοτεχνία τη σχετική με τα επαγγέλματα.

Τα παιχνίδια έχουν εγγενή τον παιδαγωγικό χαρακτήρα, όσο και αν είναι περιθωριακή η χρήση τους στο σύστημα της  εκπαίδευσης ενηλίκων. Αυτό σε μεγάλο βαθμό οφείλεται σε εννοιολογική σύγχυση μεταξύ της παιδιάς, δηλαδή του παιδαριώδους παιχνιδιού που κατά κανόνα είναι ακατάλληλο να συγκινήσει τους μεγάλους, και της ευρύτερης έννοιας του παιχνιδιού.

Η εκπαιδευτική τεχνική της προσομοίωσης, η οποία συνίσταται σε άσκηση στην πράξη σε συνθήκες παραπλήσιες και εξομοιωμένες με εκείνες του πραγματικού γνωστικού αντικειμένου, ενυπάρχει ήδη στην παιδική ηλικία, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το γνωστό παιχνίδι «Monopoly» (Κόκκος Αλέξης,  «Κεφάλαιο 5 Εκπαιδευτικές τεχνικές», Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, Εθνικό Κέντρο Πιστοποίησης Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάστασης, Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Εκπαιδευτών Εκπαιδευτικό Υλικό για τους Εκπαιδευτές Θεωρητικής Κατάρτισης, Τόμος Ι, χ.χ.., σ. 243).

Ο Τσαρλς Ντάροου, πωλητής που έμεινε άνεργος μετά την οικονομική κατάρρευση του 1929, μια βραδιά του 1930 σχεδίασε στο μουσαμά του τραπεζιού κάποιες από τις μεγάλες οδούς του Ατλάντικ Σίτι. Έβαλε διόδια σε καθεμία από αυτές και χρησιμοποίησε χαρτιά για ψεύτικα χρήματα, για να πληρώνει κάθε φορά που περνούσε από εκεί. Έδειξε το παιχνίδι και στη σύζυγό του και μαζί άρχισαν να παίζουν διαμορφώνοντας σιγά – σιγά κανόνες για το οικιακό τους μέσο διασκέδασης. Το παιχνίδι εισήχθη στην αγορά στα 1935 και ο λόγος για τον οποίο η απήχησή του στο κοινό δεν ήταν αρχικά αναμενόμενη συνίσταται στο επιχειρηματικό του θέμα, το οποίο κατά τεκμήριο είναι ξένο προς την ομάδα του πληθυσμού στην οποία εμπορικά στόχευε. ‘Οντας μακριά από την έννοια της παιδιάς, κατάφερε να θέλξει όχι μόνο τους μεγάλους αλλά και τους εφήβους και τα παιδιά. Σήμερα είναι ιδιαίτερα δημοφιλές σε διεθνή κλίμακα, εμφανιζόμενο σε ενημερωμένες μορφές.

Η προσομοίωση αποτελεί μία αρκετά σημαντική τεχνική στο χώρο της επαγγελματικής κατάρτισης διότι και οι δύο είναι συνυφασμένες με την πράξη. Μάλιστα, η τεχνική αυτή προσφέρεται ιδιαίτερα για τους καταρτιζόμενους δεδομένου ότι είναι ενεργητική.

Καθώς το επιτραπέζιο παιχνίδι, είτε προσομοίωσης του επιχειρηματικού περιβάλλοντος όπως το «Monopoly» είτε γνώσεων, ανταποκρίνεται στην  έφεση προς τον εκάστοτε κλάδο κατάρτισης (Μανιάτης Αντώνιος, Εισαγωγή στο σεμινάριο κοινωνικών επιστημών, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 2006, σ. 178-179), συμβάλλει στη δημιουργία θετικής στάσης για το διδακτικό αντικείμενο, η οποία ευνοεί τη μάθησή του, ακόμη και στον ελεύθερο χρόνο των διδασκομένων. Αυτό αποτελεί σημαντική πρόοδο στη δομή των σπουδών  διότι συνιστά μία άτυπη διεύρυνση της εκπαιδευτικής διαδικασίας, πέρα από το συμβατικό χώρο και χρόνο της διδασκαλίας. Η φιλοτεχνία αποτελεί ισχυρό εσωτερικό ελατήριο των καταρτιζομένων για εμπλοκή με την εκπαιδευτική ύλη, ακόμη και σε χρονικές στιγμές όπως τα διαλείμματα ενός διδακτικού προγράμματος.

Η προσφυγή στο εκπαιδευτικό υλικό του επιτραπέζιου παιχνιδιού έχει ένα  διάχυτο χαρακτήρα που ενδείκνυται ακόμη και για το καταληκτικό στάδιο ενός τυπικού προγράμματος σπουδών, όπως είναι οι γραπτές εξετάσεις, ενδιάμεσης αξιολόγησης ή «εφ’ όλης της ύλης». Το θρανίο μετατρέπεται σε «τράπεζα» στην οποία εδράζεται το παιχνίδι, συνιστάμενο σε ένα γραπτό «διαγωνισμό» γνώσεων. Με αυτό το εναλλακτικό, δηλαδή μη παραδοσιακής μορφής, εξεταστικό υλικό μία διαδικασία στερεότυπη και κατ’ εξοχήν «άχαρη» αποκτά ενδιαφέρον και υποδηλώνει την επαγγελματική φιλοτεχνία. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι η σχολή είναι σχόλη από την αγοραία εργασία, επομένως χώρος για ευχάριστη απασχόληση.

Β. Η καλλιτεχνία στην επαγγελματική κατάρτιση

Η αναφορά στη φιλοτεχνία μπορεί να διευρυνθεί με την προσέγγιση του κόσμου της Τέχνης, η οποία νοείται ως η δημιουργική ανάπτυξη της ανθρώπινης φαντασίας.

Ι. Το θέατρο

Το θέατρο συνιστά καλλιτεχνία, από την οποία εκπορεύεται η έννοια του ντιλετάντη, από την ιταλική λέξη «dilettante». Για πολλούς αιώνες οι μικροί ηγεμόνες των διαφόρων πόλεων της Ιταλίας καλλιέργησαν στις ψυχές των υπηκόων τους τον έρωτα προς τη μουσική για να απομακρύνουν την προσοχή εκείνων από την πολιτική. Έτσι, οι ντιλετάντηδες ήταν έμπειροι και λεπτότατοι γνώστες της μουσικής. Όταν αργότερα η ιταλική μουσική κατά τα μέσα του 18ου αιώνα έγινε της μόδας στη Γαλλία, οι οπαδοί της ονομάστηκαν με τον ίδιο όρο. Με την πάροδο του χρόνου, με την επιβολή της γερμανικής σχολής, έτσι καλούνταν όλοι οι εραστές της καλής μουσικής. Βαθμηδόν η λέξη έλαβε ευρύτερη σημασία, καλύπτοντας όλους τους ασχολούμενους με κάτι, όχι κατ’ επάγγελμα αλλά για απλή διασκέδαση ή από κοινωνική ματαιοδοξία. Επομένως, αντιστοιχεί γενικά στους ερασιτέχνες ενός χώρου, όχι κατ’ ανάγκη καλλιτεχνικού.

Δεδομένου ότι το θέατρο είναι μία από τις καλές τέχνες, φαίνεται άσχετο με το γνωστικό αντικείμενο των συνήθων προγραμμάτων κατάρτισης. Όμως, έχει τη θέση του στην εκπαίδευση ενηλίκων, ιδίως στο πλαίσιο της μαθητοκεντρικής προσέγγισης.

Αν η προσομοίωση με τη μορφή του επιτραπέζιου παιχνιδιού υπηρετεί την έφεση προς το γνωστικό αντικείμενο της κατάρτισης, χωρίς όμως να αποκλείεται το παιχνίδι να έχει και καλλιτεχνική διάσταση, η βασική εκπαιδευτική τεχνική, της οποίας παραλλαγή θεωρείται η προσομοίωση, υπάγεται στον καλλιτεχνικό χώρο. Πρόκειται για το «Παιχνίδι ρόλων», το οποίο συνίσταται σε θεατρικό αυτοσχεδιασμό στη βάση των ήδη αποκτημένων θεωρητικών γνώσεων. Συγκεκριμένα, ο εκπαιδευτής έχει προετοιμάσει ένα έντυπο υλικό με το οποίο καλούνται δύο τουλάχιστον εκπαιδευόμενοι να διαχειριστούν μία αληθοφανή κατάσταση, συνήθως μία κοινωνική σύγκρουση. Η διαφορά αυτής της ενεργητικής εκπαιδευτικής τεχνικής σε σχέση με την προσομοίωση έγκειται στην υποκριτική τέχνη. Άρα,  οι παίκτες λειτουργούν ως ερασιτέχνες ηθοποιοί, σε ένα δραματικό έργο με αβέβαιη την έκβαση. Με διδακτικούς όρους αυτό σημαίνει ότι ο «θίασος» λειτουργεί σε ένα βιωματικό εργαστήριο ενεργητικής συμμετοχής προς το πρακτικό σκέλος του επιστητού. Σε αυτό το ιδιότυπο εκπαιδευτικό πείραμα, του οποίου απαραίτητη προϋπόθεση είναι η εθελοντική συμμετοχή των παικτών, έχουν εμπλοκή και οι υπόλοιποι διδασκόμενοι, οι οποίοι έχουν εκ των προτέρων προσανατολιστεί στην κριτική παρατήρηση των δρωμένων, στη βάση της οποίας ακολουθεί σχετική συζήτηση μετά το παίξιμο. Εάν το κοινό στην τραγωδία περιορίζεται σε έναν παθητικό ρόλο, διαπλάθοντας χαρακτήρα μέσα από τη λύτρωση από τα πάθη των ηρώων, στην παρούσα τεχνική επιτελεί ενεργητική λειτουργία, πέρα από το πιθανό ενδεχόμενο να υποκριθεί και αυτό σε μία επόμενη εκτέλεση του ίδιου παιχνιδιού.

Εξάλλου, δεν είναι ασήμαντη παράμετρος της επιτυχίας της τεχνικής η βιντεοσκόπηση. Εφόσον διασφαλίζεται η τεχνική και οικονομική προϋπόθεση της κάλυψης με βιντεοκάμερα, υποβοηθείται η συγκεκριμένη τεχνική μέσω του ετεροχρονισμένου του θεάματος. Μάλιστα, το βίντεο αποτελεί ένα σημαντικό μέσο για την τελειοποίηση και των ίδιων των εκπαιδευτών καθώς τους προσφέρει τη δυνατότητα να παρατηρούν κατ’ επανάληψη τον εαυτό τους, κατόπιν του εκάστοτε εκπαιδευτικού εγχειρήματος (Noyé Didier, Piveteau Jacques, Πρακτικός Οδηγός του Εκπαιδευτή, εκδ. Μεταίχμιο Αθήνα 2006., σ. 128-129).

Ιδιαίτερα στο πλαίσιο της επιμόρφωσης των εκπαιδευτών, η βιντεοσκόπηση ιδίως της μικροδιδασκαλίας δεν τους παρέχει απλώς την ευκαιρία βελτίωσής τους αλλά και εμπλουτίζει τα διαθέσιμο υλικό για τη μελλοντική τους διδασκαλία. Συγκεκριμένα, εφόσον οι εκπαιδευόμενοι λάβουν αντίγραφο της βιντεοσκοπημένης δοκιμασίας τους, αποκτούν τη δυνατότητα να αξιοποιήσουν το εγχείρημά τους στην επαγγελματική τους καριέρα. Αυτή η προοπτική συστηματικής διδακτικής χρήσης ενισχύει όσα έχουν αναπτυχθεί για τη μοντέρνα εκπαίδευση με τον πολυμορφικό και δυναμικό χαρακτήρα.

Πέρα από την καθαρά μορφωτική του σημασία, το βίντεο συνιστά μία ιδιαίτερη τέχνη, η οποία κατά περίπτωση έχει και χαρακτήρα καλλιτεχνίας. Χαρακτηριστική περίπτωση συνιστά η καινοτομία του εικοστού αιώνα, το ιδιαίτερο είδος του «Happening», δηλαδή ένα έκτακτο και απρόβλεπτο δρώμενο, ακριβέστερα ένα πραγματικό γεγονός που περιλαμβάνει θεατρικά στοιχεία. Σε αυτό το σύντομο θέαμα αποτελεί πρώτης τάξεως εργαλείο η βιντεοκάμερα, η οποία και λόγω της σχετικής διάστασης του θέματος, μπορεί να οδηγήσει σε καλλιτεχνική απαθανάτιση του αισθητικού αποτελέσματος.

ΙΙ. Ο κινηματογράφος

Η έβδομη τέχνη συνιστά καλλιτεχνία ταυτόχρονα σύνθετη και αυτοτελή σε σχέση με τις άλλες τέχνες.

Κατ’ αρχάς ο κινηματογράφος μπορεί να λειτουργήσει ως διδακτικό υλικό στο χώρο της εκπαίδευσης με αυτοτελή τρόπο. Πράγματι, ο εκπαιδευτής έχει την ευχέρεια να προβάλει ένα κινηματογραφικό έργο, όπως άλλωστε και μία βιντεοταινία, προς τους διδασκόμενους έτσι ώστε αυτοί να διδαχθούν μέσα από το περιεχόμενο του έργου. Αυτό ενδείκνυται κυρίως στην περίπτωση που προβάλλεται ένα φιλμ ειδικά προορισμένο για την εκπαιδευτική διαδικασία αλλά μπορεί να επιτελέσει μορφωτική λειτουργία και μία ταινία του συμβατικού κινηματογράφου ή βίντεο. Θεωρείται όμως ότι η απλή προβολή μίας ταινίας υπερτιμά τη διδακτική της δύναμη (Βαλάκας Γιάννης, «Κεφάλαιο 6. Εκπαιδευτικά μέσα και εκπαιδευτικός χώρος», in Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, Εθνικό Κέντρο Πιστοποίησης Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάστασης, Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Εκπαιδευτών Εκπαιδευτικό Υλικό για τους Εκπαιδευτές Θεωρητικής Κατάρτισης, Τόμος ΙΙΙ, χ.χ., σ. 30). Το προτιμότερο είναι να ενταχθεί η προβολή στο ευρύτερο πλαίσιο του μαθήματος, πράγμα που συνεπάγεται κατά κανόνα τη χρήση της τεχνικής που συνίσταται σε μελέτη περίπτωσης.

Πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες ενεργητικές τεχνικές στο χώρο της εκπαίδευσης ενηλίκων. Οι καταρτιζόμενοι παρατηρούν την προβαλλόμενη περίπτωση και στη συνέχεια εμπλέκονται να τη μελετήσουν για την εξαγωγή των σχετικών συμπερασμάτων, με επιμέλεια του εκπαιδευτή. Ιδιαίτερα χρήσιμη είναι η ενσωμάτωση στη μελέτη αυτή και άλλων ενεργητικών τεχνικών, κυρίως ενεργητικής φύσεως, όπως η επεξεργασία θέματος ανά μικρές ομάδες εργασίας.

Ωστόσο, ο κινηματογράφος έχει έναν τόσο δυναμικό χαρακτήρα που προσφέρεται περαιτέρω στο πλαίσιο της μαθητοκεντρικής προσέγγισης. Έτσι, στον ευρύτερο χώρο της δραστηριοποίησης των διδασκομένων, ο οποίος συνίσταται στις λοιπές ασκήσεις κατ’ αντιδιαστολή προς τις επώνυμες τεχνικές σαν και τη μελέτη περίπτωσης, εντάσσεται η δοκιμασία της δημιουργίας πίνακα σεναρίου («storyboard»).

Ο πίνακας αποτελεί την απεικόνιση της μετέπειτα κινηματογραφικής ταινίας, ανά σκηνές και πλάνα, έτσι ώστε το υπάρχον σενάριο να μετουσιωθεί στον πρακτικό οδηγό του σκηνοθέτη. Ο επιφορτισμένος με τα εξωτερικά και τα εσωτερικά γυρίσματα του φιλμ μετέρχεται τον ήδη διαμορφωμένο πίνακα και όχι απευθείας το γραπτό κείμενο της υπόθεσης του έργου.

Σε πείσμα απαισιόδοξων προβλέψεων για μεγάλο οικονομικό κόστος και αυξημένη μαθησιακή αποτυχία, ο πίνακας έχει αρχίσει να χρησιμοποιείται  επιτυχώς στην εκπαίδευση ενηλίκων γενικά, και ειδικότερα στην κατάρτιση.  Προδιαγραφές για την ευδοκίμηση αυτής της πρωτότυπης άσκησης είναι κυρίως οι εξής:

-Η κατά κανόνα εθελοντική συμμετοχή των εκπαιδευομένων, με την έννοια της χορήγησης σε αυτούς του δικαιώματος επιλογής του πίνακα μεταξύ περισσότερων διαζευκτικά προσφερόμενων, βαθμολογικά ισοδύναμων δοκιμασιών.

-Η άφεση ευρείας διακριτικής ευχέρειας στους ασκούμενους ως προς τα εκφραστικά μέσα. Αυτό συνεπάγεται και τη δυνατότητα χρήσης φωτογραφιών  αντί σχεδίων, τα οποία μετέρχονται κατά κανόνα οι επαγγελματίες δημιουργοί.

-Η διάθεση από τον εκπαιδευτή στους υποψήφιους επαρκούς παρόμοιου υλικού έτσι ώστε αυτοί να έχουν υποδείγματα.

Πάντως, η άσκηση αυτή είναι περισσότερο απαιτητική εφόσον έγκειται στο σχεδιασμό και στην ανάπτυξη διδακτικού υλικού, εναλλακτικής μορφής. Πράγματι, οι καταρτιζόμενοι καλούνται να υλοποιήσουν έναν πίνακα για την ενδεχόμενη δημιουργία ενός έργου ειδικά προορισμένου για την υποστήριξη του ίδιου μαθήματος με αυτό της άσκησης ή και παραπλήσιων μαθημάτων. Η διδακτική αποστολή συνεπάγεται την υποχρέωση τήρησης σχετικών προδιαγραφών. Ενδεικτικά αναφέρεται το μοντέλο αφήγησης των γεγονότων κατά τον Αριστοτέλη, πράγμα που σημαίνει ότι η πλοκή τηρεί κατά απόλυτο τρόπο τη χρονική και αιτιώδη σειρά και επομένως αποκλείεται το πρωθύστερο σχήμα. Άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η κατά κανόνα υιοθέτηση ενός «αισίου τέλους» («happy end»), το οποίο αποφορτίζει συναισθηματικά και επομένως δεν δυσχεραίνει το μαθησιακό εγχείρημα.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ: Πρόταση για ερασιτεχνική επαγγελματική κατάρτιση

Από την ανάλυση που προηγήθηκε προκύπτει ότι η επαγγελματική κατάρτιση μπορεί να προαχθεί μέσα από μία ιδιαίτερη μέθοδο. Η προσέγγιση αυτή ταιριάζει με τη μαθητοκεντρική δεδομένου ότι θέτει τους καταρτιζόμενους, κατά κανόνα ομαδικά, στο επίκεντρο της εκπαίδευσης μέσα από τη συστηματική χρήση ενεργητικών εκπαιδευτικών τεχνικών. Επιπλέον, ανταποκρίνεται στο αίτημα για πολυμορφική παιδεία καθώς κάνει χρήση ετερόκλητων μορφωμάτων.

Πρόκειται για τον ερασιτεχνισμό, κατά αντιδιαστολή προς το σε στενή έννοια επαγγελματισμό ο οποίος νοείται ως το ελάχιστο και ταυτόχρονα επαρκές περιεχόμενο κάθε προγράμματος επαγγελματικής κατάρτισης. Η ερασιτεχνική μέθοδος αναλύεται σε δύο βασικές τεχνικές, ξεκινώντας από την έφεση προς την εκάστοτε διδασκόμενη επαγγελματική τέχνη. Η φιλοτεχνία αυτή αποτελεί πηγή έμπνευσης έτσι ώστε να εμπλουτιστεί η εκπαιδευτική διαδικασία με εναλλακτικό υλικό διδασκαλίας και εξετάσεων, όπως είναι το επιτραπέζιο παιχνίδι.

Όμως, η καλλιέργεια της φιλοτεχνίας του επαγγέλματος συνιστάται να συμπληρώνεται από την επίδειξη φιλοτεχνίας με τη συνήθη έννοια του όρου. Ενδείκνυται δηλαδή να συνδυάζεται με μία ευρύτερη καλλιέργεια, την περιστασιακή και όχι κατά κανόνα για βιοπορισμό ενασχόληση με την Τέχνη. Πρόκειται για την ανάδυση μίας ιδιαίτερης διάστασης της ερασιτεχνίας κατά αντιδιαστολή προς την επαγγελματική εμπλοκή με το εκάστοτε αντικείμενο, η οποία αποδίδεται με τον όρο ντιλεταντισμός. Με το άνοιγμα στο ντιλεταντισμό αναδύονται τέχνες φαινομενικά άσχετες με το γνωστικό αντικείμενο του εκάστοτε προγράμματος σπουδών, ιδίως στο πλαίσιο της μαθητοκεντρικής προσέγγισης. Χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγματα αφενός του θεάτρου  και αφετέρου κυρίως του κινηματογράφου αλλά δευτερευόντως και του βίντεο, σε σχέση με τις ενεργητικές εκπαιδευτικές τεχνικές της μελέτης περίπτωσης και του  παιξίματος ρόλων αντίστοιχα.

Μάλιστα, ο καλλιτεχνικός ερασιτεχνισμός των καταρτιζομένων μπορεί μετά την αποφοίτησή τους από το αντίστοιχο πρόγραμμα να συνιστά μία παρεμπίπτουσα και όχι κατά ανάγκη συστηματική εμπλοκή των επαγγελματιών με την Τέχνη. Όμως, ενδείκνυται να αποτελεί συστηματική προσέγγιση στο θεσμικό σύστημα της επαγγελματικής κατάρτισης.

Άρα, η ερασιτεχνία δεν είναι σκόπιμο να περιορίζεται στο διδασκόμενο επάγγελμα των υποψήφιων ή εν ενεργεία επαγγελματιών αλλά συνιστάται να προάγει αυτούς τους επαγγελματίες σε ντιλετάντηδες  αναφορικά με κάποιους άλλους χώρους, κυρίως καλλιτεχνικούς. Αυτός ο διττός ερασιτεχνισμός, ο εσωστρεφής για το εκάστοτε επάγγελμα και ο ντιλεταντισμός, προστίθεται σε ένα ευρύτερο μεθοδολογικό οπλοστάσιο. Συγκεκριμένα, η συνειδητή υιοθέτηση του τριπτύχου «μαθητοκεντρικός, πολυμορφικός ερασιτεχνισμός»  στην επαγγελματική κατάρτιση αποτελεί μία πρακτική πρόταση για αυτό το είδος εκπαίδευσης της πράξης, στο πλαίσιο ενός εκπαιδευτικού συστήματος του οποίου το όχημα καθίσταται ολοένα και περισσότερο πολυμορφικό.

* * *

Η εκπαίδευση ενηλίκων είναι μία διαδικασία η οποία τείνει να ξεφύγει από τον εμπειρισμό του εκπαιδευτή και τη «σχολειοποίηση» (Μαυρογιώργος Γιώργος,  «Κεφάλαιο 12 Ο ρόλος του «νέου» εκπαιδευτή ενηλίκων», in Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, Εθνικό Κέντρο Πιστοποίησης Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάστασης, Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Εκπαιδευτών Εκπαιδευτικό Υλικό για τους Εκπαιδευτές Θεωρητικής Κατάρτισης, Τόμος ΙΙΙ, σ. 305-322, χ.χ.). Σε αυτό το εκσυγχρονιστικό εγχείρημα είναι:

-σκηνοθέτης ο «νέος» επαγγελματίας εκπαιδευτής,

-πρωταγωνιστές οι εκπαιδευόμενοι και

-καταλύτης οι οπτικοακουστικές τέχνες (Μανιάτης Αντώνιος, «Καλλιτεχνικό θέαμα στην εκπαίδευση εκπαιδευτών ενηλίκων», in Πρακτικά Εισηγήσεων: 3ο Διεθνές Συνέδριο Επιστημονικής Ένωσης Εκπαιδευτών Ενηλίκων,  2008).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Βαλάκας,  Γ., «Κεφάλαιο 6. Εκπαιδευτικά μέσα και εκπαιδευτικός χώρος», in Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, Εθνικό Κέντρο Πιστοποίησης Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάστασης, Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Εκπαιδευτών Εκπαιδευτικό Υλικό για τους Εκπαιδευτές Θεωρητικής Κατάρτισης, Τόμος ΙΙΙ, χ.χ.

Danovi R., Μελέτες Δικηγορικής Δεοντολογίας, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα Αθήνα – Κομοτηνή 2000.

Κόκκος, A., «Κεφάλαιο 1. Αρχές Μάθησης Ενηλίκων» in Κόκκος Α., Λιοναράκης Α., Ανοικτή και εξ αποστάσεως εκπαίδευση. Σχέσεις διδασκόντων – διδασκομένων,  Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο Πάτρα 1998.

Κόκκος Α., «Κεφάλαιο 5 Εκπαιδευτικές τεχνικές», Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, Εθνικό Κέντρο Πιστοποίησης Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάστασης, Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Εκπαιδευτών Εκπαιδευτικό Υλικό για τους Εκπαιδευτές Θεωρητικής Κατάρτισης, Τόμος Ι, χ.χ..

Μανιάτης Α., Εισαγωγή στο σεμινάριο κοινωνικών επιστημών, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 2006.

Μανιάτης Α., «Καλλιτεχνικό θέαμα στην εκπαίδευση εκπαιδευτών ενηλίκων», in Πρακτικά Εισηγήσεων: 3ο Διεθνές Συνέδριο Επιστημονικής Ένωσης Εκπαιδευτών Ενηλίκων,  2008.

Μαυρογιώργος Γ., «Κεφάλαιο 12 Ο ρόλος του «νέου» εκπαιδευτή ενηλίκων», in Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, Εθνικό Κέντρο Πιστοποίησης Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάστασης, Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Εκπαιδευτών Εκπαιδευτικό Υλικό για τους Εκπαιδευτές Θεωρητικής Κατάρτισης, Τόμος ΙΙΙ, σ. 305-322, χ.χ.)

Noyé D., Piveteau J., Πρακτικός Οδηγός του Εκπαιδευτή, εκδ. Μεταίχμιο Αθήνα 2006.

Ρόδιος Ν., «Εισαγωγή», in Danovi Remo, Μελέτες δικηγορικής δεοντολογίας, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα  Αθήνα – Κομοτηνή 2000

Rogers A., Η Εκπαίδευση Ενηλίκων, Μεταίχμιο Αθήνα 1999.

Leave a Reply