Μνήμη και Ηθική

Μνήμη και Ηθική

Κατερίνα Αναγνωστάκη, ιστορικός (ΜSc) – εκπαιδευτικός


Περίληψη

Η  ερμηνεία του τρόπου συγκρότησης της μνήμης αποτελεί ζητούμενο και η απάντηση στην ερώτηση ‘πώς θυμάται κάποιος’, μπορεί να αποτελέσει σημαντικό επιχείρημα για την αξία των προφορικών μαρτυριών ως ιστορικό εργαλείο. Η απαιτούμενη διεπιστημονική προσέγγιση για τη διαμόρφωση απάντησης στο παραπάνω ερώτημα, ανοίγει ακόμη περισσότερο το εύρος των παραγόντων που αναλογίζεται κάποιος, όταν αναζητά τον τρόπο ανάμνησης. Η ηθική παραμένει ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που διαμορφώνουν την αξιολογική κλίμακα που υιοθετεί κάθε άτομο, ώστε να κρίνει και να καταχωρήσει στη μνήμη του τα ερεθίσματα που λαμβάνει. Έναν πρώτο προβληματισμό, γι’ αυτόν το ρόλο που κατέχει η ηθική στη διαμόρφωση της μνήμης, ευελπιστεί να παρουσιάσει το παρόν άρθρο, εντοπίζοντας κάποια σημεία εκδήλωσης της παρέμβασης των προσωπικών ηθικών επιλογών στη μνήμη.

Λέξεις-κλειδιά: μνήμη, ηθική, αφήγηση, διεπιστημονικότητα, προφορική ιστορία

Abstract

The interdisciplinary approach on the construction and constitution of memory has a lot more to contribute to the discussion on oral history. This article poses the question on the ground of ethics, to be more specific, personal ethics and how this plays an important role when it comes to memory. How ethics influence the way people evaluate and rate events, facts or whole periods of time, which are supposed to be critical, either according to their own or according to society’s evaluation and criteria? Moreover, how this evaluation affects the way an event is registered on a person’s memory and what kind of problems a historian may encounter when it comes to the utilization of oral history?

Key-words: memory, ethics, narrative, interdisciplinarity, oral history

Το ζήτημα της συλλογής ποσοτικού ή ποιοτικού δείγματος προφορικών μαρτυριών για την ανασυγκρότηση της Ιστορίας πολλάκις έχει απασχολήσει την ιστορική κοινότητα. Έχει υποστηριχθεί ως κύριος άξονας της Ιστορίας από τα κάτω, από άλλους έχει αντιμετωπιστεί ως συμπληρωματική πηγή πληροφοριών και από κάποιους έχει πλήρως απαξιωθεί, με κύριο επιχείρημα την παρέμβαση του ακαθόριστου, μάλιστα κατά άτομο, παράγοντα της μνήμης στην αφήγηση.

Με  αφορμή κυρίως την διαπίστωση της τελευταίας τάσης, που κατακρίνει ως αναξιόπιστη την προφορική μαρτυρία για την αναβίωση μιας προγενέστερης κατάστασης, εποχής ή γεγονότος, το ζήτημα του πώς θυμάται κάποιος στέκεται στο κέντρο του κύκλου των ιστορικών που ασχολούνται με την Προφορική Ιστορία. Το παρόν άρθρο αποσκοπεί στο να απομονώσει, από όλους τους παράγοντες που μπορεί  να επηρεάσουν τη μνήμη, αυτόν της ηθικής αξιολόγησης των γεγονότων από το άτομο που αναβιώνει μία άλλη εποχή στη μνήμη του, προκειμένου να την παρουσιάσει στον ερευνητή. Ουσιαστικά, φιλοδοξεί να θέσει τον προβληματισμό, ποια μπορεί να είναι η εμπλοκή της ηθικής στη διαδικασία της αφήγησης και κατά πόσο αυτή μπορεί να καταστήσει μία μαρτυρία μη αξιόπιστη, ώστε να θέσει ζητήματα διαχείρισής της από την επιστήμη της Ιστορίας.

Από τον Πλάτωνα μέχρι τον Τσόμσκι, η συζήτηση για την ηθική έχει λάβει τεράστιες διαστάσεις, πλέον και με διαφορετικούς παρονομαστές μεταξύ όσων συζητούν για το  ζήτημα. Στην παρούσα περίπτωση, ο όρος «ηθική» δεν αφορά στη διάστασή της ως φαινόμενο που εκδηλώνεται από το σύνολο της κοινωνίας, αλλά ως το σύνολο των επιμέρους επιλογών της μονάδας μέσα σε μία κοινωνία και ως τον παράγοντα που διαφοροποιεί την ενέργεια της μονάδας αυτής έναντι της ενέργειας του συνόλου. Με έναν τρόπο, αυτή η «προσωπική ηθική» παραπέμπει στην πολυπόθητη αυτενέργεια ή,  σε κάποιες περιπτώσεις, στην ενέργεια μιας συλλογικότητας, μιας υποομάδας, που εντάσσεται σε μία κοινωνία.

Παρόλα αυτά, ο όρος «προσωπική ηθική» παραμένει σε εισαγωγικά, δεδομένου ότι δε γίνεται να πάψει να οράται από μία φουκωική οπτική, που διαπιστώνει την εξουσιαστική κατασκευή του συνόλου των αξιών, παραδοχών και εμπειριών που την συγκροτούν [1]. Με άλλα λόγια, ως «προσωπική ηθική» στο παρόν άρθρο ορίζεται το  σύνολο αξιών και παραδοχών που το άτομο έχει υιοθετήσει μέσα στην κοινωνία στην οποία διάγει μεν -το οποίο σύνολο μπορεί να ενεργοποιείται, ώστε να αποτελεί αξιολογικό κριτήριο κατά περιπτώσεις- και σε συνθήκες μη συστηματικά εντοπισμένες για το κάθε άτομο δε. Η  ηθική αυτή, που δεσμεύει τις ατομικές ή έστω συλλογικές, σε  εμβέλεια υποομάδων, επιλογές, αποτελεί βασικό κριτήριο της ανάγνωσης και ερμηνείας των γεγονότων που λαμβάνουν χώρα κατά τη διάρκεια της ζωής ενός ατόμου. Άμεσα συνυφασμένη με την πολιτική ιδεολογική τοποθέτηση -τουλάχιστον σε μια ιδανική περίπτωση-  η προσωπική ηθική αποτελεί ένα από τα κριτήρια με τα οποία ταξινομούνται και αξιολογούνται στη συνείδηση του ατόμου οι επιλογές του ίδιου και των γύρω του. Εξ ου προκύπτουν και οι αξιολογήσεις καλού-κακού, λειτουργικού-μη λειτουργικού, ηθικού-ανήθικου, ασφαλούς-ριψοκίνδυνου, χρήσιμου-άχρηστου.

Η «προσωπική ηθική» όμως, πέρα από τον τρόπο αξιολόγησης των γεγονότων τη στιγμή που συμβαίνουν, επηρεάζει προφανώς και τον τρόπο που μπορεί κάποιος να τα αφηγηθεί χρόνια αργότερα. Παρεμβαίνει όχι μόνο στο σύγχρονο, αλλά και στο διηνεκές, ακόμη και στις περιπτώσεις που κατά την πορεία ζωής ενός ατόμου υφίσταται διαφοροποιήσεις, επαναπροσδιορισμούς ή ακόμη και πλήρεις ανατροπές. Ο τρόπος που θα αξιολογήσει ένα άτομο ένα σημαντικό -κατά την κρίση του ή κατά την αντικειμενική, με την έννοια της κοινωνικά προσδιορισμένης, κρίση-  γεγονός τη στιγμή που συμβαίνει, καταχωρεί αυτό το γεγονός με συγκεκριμένο χαρακτήρα στη μνήμη του. Ενδέχεται συχνά μάλιστα να μην υπάρχει ακριβής ανάμνηση του γεγονότος χρόνια αργότερα, να υπάρχει όμως ανάμνηση της καταχώρησης του γεγονότος, δηλαδή του τρόπου που αυτό είχε αξιολογηθεί τη στιγμή που συνέβη.

Ο Primo Levi,  από τη θέση του συγγραφέα που θυμάται, αναφέρει χαρακτηριστικά: «Έχουν περάσει σχεδόν σαράντα χρόνια και θυμάμαι τα γεγονότα μέσα απ’ ό,τι έχω γράψει, τα γεγονότα που έγραψα λειτουργούν σαν τεχνητή μνήμη» [2]. Συχνά, μέσα από την επαναλαμβανόμενη διαδικασία συλλογής συνεντεύξεων, μπορεί κανείς να διαπιστώσει ότι το παραπάνω δεν λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο μόνο στις περιπτώσεις συγγραφέων, που καταχωρούν γραπτά τη μνήμη τους. Την αντίστοιχη περίπτωση μπορούμε να συναντήσουμε σε άτομα που αφηγούνται συχνά μία συγκεκριμένη περίοδο ή ένα γεγονός της ζωής τους. Η επαναλαμβανόμενη αναζήτηση της εμπειρίας τους από τρίτους αποτελεί μία αξιολογική αναγνώριση του βιώματός  τους, πράγμα που συχνά τους οδηγεί στην υιοθέτηση μίας τυποποιημένης αφήγησης, με άλλα λόγια μιας δοκιμασμένης αφήγησης, που καταλήγει να χάνει τη σύνδεση με το αρχικό βίωμα. Ακόμη και στις περιπτώσεις ατόμων για τα οποία η δημόσια αφήγηση αποτελεί  πρωτόγνωρη  εμπειρία, η επί σειρά ετών διαχείριση και διαπραγμάτευση των  γεγονότων με τον εαυτό τους αφήνει το περιθώριο της αφήγησης της ανάμνησης κι όχι του βιώματος. Η αφήγηση, στις περιπτώσεις αυτές, αντικατοπτρίζει περισσότερο το γεγονός, όπως αυτό αξιολογήθηκε σύμφωνα με την ηθική που είχε υιοθετήσει  το άτομο στη σύγχρονη του γεγονότος περίοδο. Στην περίπτωση δε, που κατά τη διάρκεια του ενδιάμεσου χρόνου, μεταξύ γεγονότος και αφήγησης, οι βάσεις ή τα επιμέρους στοιχεία της «προσωπικής ηθικής» έχουν διαφοροποιηθεί, τότε το γεγονός τείνει να αξιολογείται και να παρουσιάζεται με κριτήρια που συγκροτούν μία εκ του ασφαλούς αφήγηση, σίγουρα πιο μακρινή από τις συνθήκες που το περιέβαλαν. Μία τέτοια περίπτωση μπορεί να προσφέρει στον ερευνητή το πλεονέκτημα της απουσίας των εν θερμώ κριτηρίων, θέτει όμως το ερώτημα του κατά πόσο η αφήγηση όντως προσφέρει την πλήρη οπτική του ‘ανθρώπου της εποχής’, την οποία μελετούμε. Τίθεται, με άλλα λόγια, σε αμφισβήτηση το αποτέλεσμα της έρευνας της Προφορικής Ιστορίας, η οποία αναζητά τις πηγές της στη σύγχρονη οπτική που προσέφερε ένα γεγονός σε άτομα της εποχής που αυτό διαδραματίστηκε.

Πέραν όμως της «προσωπικής ηθικής», η οποία διαμορφώνει τα κριτήρια για την αξιολόγηση και την παρουσίαση ενός γεγονότος ή μιας σειράς γεγονότων, τίθεται και το ζήτημα πού αποσκοπεί ηθικά μία αφήγηση. Ποιες είναι οι ηθικές επιταγές που αναζητά να αποπληρώσει ένας αφηγητής παρουσιάζοντας ένα γεγονός του παρελθόντος; Το ερώτημα αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα αν αναλογιστεί κανείς το βαθμό στον οποίο επηρεάζει την αφήγηση το γεγονός, ότι αυτή αποτελεί αίτημα της ιστορίας. Μην ξεχνάμε ότι η τελευταία φαντάζει ως το μέσο για την ‘αποκατάσταση της αλήθειας’ στις συνειδήσεις του κόσμου.

Με αφορμή την επιθυμία πολλών αφηγητών για ‘αποκατάσταση της αλήθειας’, διαφαίνεται η εμπλοκή του ηθικού εναύσματος, της αξιολόγησης, δηλαδή, των γεγονότων με τον ηθικό σκοπό. Η τελευταία φαντάζει ως χρέος στα μάτια ειδημόνων και μη στο χώρο της Ιστορίας και συμπεριλαμβάνεται στο ηθικό σύμπαν, διότι εκτός από λειτουργικό στόχο, για κάποιους αποτελεί και αυταξία. Η αποκατάσταση αυτή αποτελεί συχνά έναυσμα αφήγησης για πολλούς πληροφορητές, το μέσο όμως με το οποίο θα επιτευχθεί είναι η ίδια η αφήγηση, η οποία παρουσιάζει ένα γεγονός σύμφωνα  με την αξιολογική κρίση του πληροφορητή. Επομένως, δημιουργείται ένας κύκλος που μας οδηγεί ξανά από τον σκοπό στο έναυσμα. Είναι σπάνιο -εξάλλου δε γνωρίζουμε κατά πόσο είναι δυνατόν- να συναντήσουμε έναν πληροφορητή που να έχει συνείδηση της  παρέμβασης της ηθικής του στην αφήγηση που εξυπηρετεί ιστορικούς σκοπούς. Αυτό το μοναδικό χαρακτηριστικό αναγνωρίζει ο F. Cereja στον Primo Levi αναφερόμενος στη «θέλησή του να περιοριστεί αυστηρά στη βιωμένη εμπειρία» [3].

Τι αποζητά επομένως η Ιστορία από τις προφορικές αφηγήσεις; Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι δύο είναι οι βασικοί άξονες αναζήτησης. Ο πρώτος, αφορά αυστηρά  στη σειρά των γεγονότων. Με άλλα λόγια, την πληροφορία. Ο δεύτερος, αφορά στη βιωμένη είσπραξη του γεγονότος. Δηλαδή, στην εμπλοκή του συγκεκριμένου ατόμου με το γεγονός, καθώς και στον τρόπο και στα κριτήρια με τα οποία το αξιολόγησε μόλις αυτό συνέβη.

Περνάμε έτσι στην ανάλυση του λόγου της αφήγησης, όπως το έθεσε εν τέλει και ο Thompson [4]. Γιατί ο πληροφορητής αξιολογεί ένα γεγονός με τον τρόπο που επιλέγει να το κάνει; Πώς, υπό ποιες συνθήκες και σε ποιο περιβάλλον διαμορφώθηκαν τα κριτήριά του; Ποιες ζυμώσεις έχουν συντελεστεί μέχρι τη στιγμή της αφήγησης, που έχουν καθορίσει τη μνήμη του; Πώς μπορούμε να εντοπίσουμε όλα τα παραπάνω αναλύοντας το λόγο του πληροφορητή; Τελικά, πώς οφείλει η Ιστορία να διαχειριστεί την αφήγηση κάποιου, που αποσκοπεί -συνειδητά ή ασυνείδητα- στην διατύπωση της προσωπικής παρουσίασης, άρα αξιολόγησης, άρα ηθικής κρίσης ενός γεγονότος;

Η αλήθεια που φιλοδοξεί να παρουσιάσει κάθε πιθανός πληροφορητής και την οποία πλήρως ασπάζεται, συχνά -από την οπτική του αφηγητή- μπορεί να μη γίνει πλήρως αντιληπτή από έναν παρατηρητή επόμενης εποχής, όπως είναι π.χ. ο  ιστορικός. Ο φόβος αυτός των πληροφορητών μπορεί να καθορίσει την επιλεκτικότητα με την οποία η αφήγηση θα δομηθεί. Εν ολίγοις, η υποστήριξη της αλήθειας του, μπορεί να οδηγήσει έναν πληροφορητή σε επιλογή των στοιχείων εκείνων που θα συμπεριληφθούν στην αφήγηση, ούτως ώστε να εξασφαλιστεί πλήρως ότι όλο το περιβάλλον του γεγονότος, αλλά και το ίδιο το γεγονός, συνηγορούν στην αλήθεια που ο ίδιος αντιλαμβάνεται ως πραγματική.

Σε περίπτωση που ο αφηγητής δεν ακολουθήσει  -συνειδητά ή ασυνείδητα- την παραπάνω διαδικασία της επιλογής των γεγονότων, θα πρέπει να προβεί σε αναλυτική ερμηνεία όσων συνέβησαν την περίοδο στην οποία αναφέρεται η αφήγησή του. Ερμηνεία που θα εξηγήσει στον ακροατή γιατί η πραγματική αλήθεια του γεγονότος είναι αυτή που υποστηρίζει ο πληροφορητής κι όχι κάποια άλλη, που ίσως παρατεθεί μέσα από τη μαρτυρία έτερου προσώπου. Η ερμηνεία αυτή στηρίζεται σε όσα αναφέρθηκαν παραπάνω: στην ηθική αξιολόγηση των παραγόντων εκείνων που οδήγησαν στην εκτόνωσή τους μέσω ενός γεγονότος. Η ερμηνεία, δηλαδή, παραπέμπει πάλι στην αξιολόγηση σύμφωνα με την «προσωπική ηθική». Μάλιστα, η διαδικασία στην οποία μπαίνουν αρκετοί πληροφορητές να αντικρούσουν μία διαδεδομένη ερμηνεία γεγονότων του παρελθόντος και να προβάλλουν τη δική τους εκδοχή, είναι αποτέλεσμα της αξιολόγησης που κάνουν στην αντίπερα άποψη και την οποία ευελπιστούν να εξηγήσουν σαφώς, ώστε να την καταρρίψουν. Αναπόφευκτα, επίσης, είτε γίνεται αντιληπτό από τους πληροφορητές είτε όχι, η διαδικασία μιας συνέντευξης εμπλέκει ρόλους εξουσίας. Ο εκάστοτε  πληροφορητής, ακόμη κι αν δεν είναι σε τέτοιο βαθμό, πρέπει όμως να αισθάνεται σαν ξεχωριστό άτομο, το οποίο προβαίνει σε αποκαλυπτήρια ενός παρελθόντος που απεγνωσμένα αναζητά και ερευνά ο ιστορικός. Αυτή η μεθοδολογική επιλογή φαίνεται να φέρει καλύτερα αποτελέσματα στο πόσο βαθιά παρακινείται να ψάξει το άτομο που δίνει τη συνέντευξη, ώστε να ανασύρει από τη μνήμη του λεπτομέρειες που μπορεί να φέρουν στην επιφάνεια νέα στοιχεία για την ιστορική έρευνα.

Αυτή η διαδικασία δίνει στον αφηγητή το ρόλο του αποκαλυπτή μιας περιόδου που μονάχα ο ίδιος γνωρίζει καλά ως βιωμένη, έναντι του ιστορικού που βρίσκεται απέναντί του και του παίρνει συνέντευξη, προσπαθώντας να ανασυντάξει εκ των υστέρων την εικόνα ενός αλλοτινού χρόνου. Στο σημείο αυτό, λοιπόν, η σύνδεση πληροφορητή-ερευνητή συγκροτεί μία εξουσιαστική σχέση, μια σχέση εξάρτησης. Ιδιαίτερα σε άτομα που παραγνωρίζουν την ύπαρξη ιστορικών εργαλείων και μεθόδων που προσφέρουν τη δυνατότητα στο μελετητή να διασταυρώσει και να συμπληρώσει μία  αφήγηση, απαντάται η αντίληψη και η συμπεριφορά της εξουσίας των αποκαλυπτηρίων. Ο πληροφορητής μπορεί να υιοθετήσει το ρόλο του παντογνώστη, που θα αποκαταστήσει την αλήθεια της περιόδου που έζησε. Και σε αυτές τις περιπτώσεις παρουσιάζει ως επικρατούσα τη δική του ερμηνεία των γεγονότων που έζησε και θυμάται. Και εδώ το ερώτημα της προσωπικής ηθικής του πληροφορητή εγείρεται ξανά. Τα προσωπικά αξιολογικά κριτήριά του ανάγονται στα μόνα υπαρκτά ή στα αναπόφευκτα αλάνθαστα και -αν αναλογιστούμε όχι τη συγκριτική μελέτη μεταξύ πολλών συνεντεύξεων, αλλά την κάθε συνέντευξη ως αυτόνομη μονάδα- η παρουσίαση του παρελθόντος ερμηνεύεται μέσα από το ηθικό σύμπαν του ενός πληροφορητή.

Οι παραπάνω παρατηρήσεις δεν αποσκοπούν στην υποβάθμιση της προσφοράς της προφορικής μαρτυρίας στην  έρευνα. Κάθε άλλο, αναγνωρίζοντας την εμπλοκή της ηθικής στην αφήγηση, ο ερευνητής φαίνεται ότι μπορεί να ανακαλύψει, μέσω των βιωματικών  αφηγήσεων, μία βεντάλια ηθικών οπτικών ανάλογα με το πρόσωπο, το χρόνο και την ανάλυση που επιδιώκει. Επισημαίνεται όμως ότι, εκτός των υπολοίπων παραγόντων, υπάρχει και η μεταβλητή της ηθικής που διέπει τα κίνητρα, τη διαδικασία και τους στόχους μιας συνέντευξης από την πλευρά του πληροφορητή. Η ηθική αυτή δεν αποτελεί, σε κάθε περίπτωση, ενιαίο και αντικειμενικά σταθμισμένο παράγοντα και είναι, επομένως, μία επιπλέον πρόκληση για τον ερευνητή στη διαδικασία συλλογής προφορικών μαρτυριών.

Παραπομπές:

[1] Michel Foucault. 1989. Ιστορία της Σεξουαλικότητας-Η χρήση των απολαύσεων. Αθήνα: Ράππα, σσ. 34-42.

[2] Primo Levi. 1998. Το καθήκον της μνήμης. Αθήνα: Άγρα, σ. 22.

[3] Primo Levi. 1998. Το καθήκον της μνήμης. Αθήνα: Άγρα, σ. 10.

[4] Paul Thompson. 2008. Φωνές από το Παρελθόν-Προφορική Ιστορία. Αθήνα: Πλέθρον, Αθήνα 2008, σσ. 217-235.

Μνήμη και Ηθική

Κατερίνα Αναγνωστάκη, ιστορικός (ΜSc) – εκπαιδευτικός


Περίληψη

Η  ερμηνεία του τρόπου συγκρότησης της μνήμης αποτελεί ζητούμενο και η απάντηση στην ερώτηση ‘πώς θυμάται κάποιος’, μπορεί να αποτελέσει σημαντικό επιχείρημα για την αξία των προφορικών μαρτυριών ως ιστορικό εργαλείο. Η απαιτούμενη διεπιστημονική προσέγγιση για τη διαμόρφωση απάντησης στο παραπάνω ερώτημα, ανοίγει ακόμη περισσότερο το εύρος των παραγόντων που αναλογίζεται κάποιος, όταν αναζητά τον τρόπο ανάμνησης. Η ηθική παραμένει ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που διαμορφώνουν την αξιολογική κλίμακα που υιοθετεί κάθε άτομο, ώστε να κρίνει και να καταχωρήσει στη μνήμη του τα ερεθίσματα που λαμβάνει. Έναν πρώτο προβληματισμό, γι’ αυτόν το ρόλο που κατέχει η ηθική στη διαμόρφωση της μνήμης, ευελπιστεί να παρουσιάσει το παρόν άρθρο, εντοπίζοντας κάποια σημεία εκδήλωσης της παρέμβασης των προσωπικών ηθικών επιλογών στη μνήμη.

Λέξεις-κλειδιά: μνήμη, ηθική, αφήγηση, διεπιστημονικότητα, προφορική ιστορία

Abstract

The interdisciplinary approach on the construction and constitution of memory has a lot more to contribute to the discussion on oral history. This article poses the question on the ground of ethics, to be more specific, personal ethics and how this plays an important role when it comes to memory. How ethics influence the way people evaluate and rate events, facts or whole periods of time, which are supposed to be critical, either according to their own or according to society’s evaluation and criteria? Moreover, how this evaluation affects the way an event is registered on a person’s memory and what kind of problems a historian may encounter when it comes to the utilization of oral history?

Key-words: memory, ethics, narrative, interdisciplinarity, oral history

Το ζήτημα της συλλογής ποσοτικού ή ποιοτικού δείγματος προφορικών μαρτυριών για την ανασυγκρότηση της Ιστορίας πολλάκις έχει απασχολήσει την ιστορική κοινότητα. Έχει υποστηριχθεί ως κύριος άξονας της Ιστορίας από τα κάτω, από άλλους έχει αντιμετωπιστεί ως συμπληρωματική πηγή πληροφοριών και από κάποιους έχει πλήρως απαξιωθεί, με κύριο επιχείρημα την παρέμβαση του ακαθόριστου, μάλιστα κατά άτομο, παράγοντα της μνήμης στην αφήγηση.

Με  αφορμή κυρίως την διαπίστωση της τελευταίας τάσης, που κατακρίνει ως αναξιόπιστη την προφορική μαρτυρία για την αναβίωση μιας προγενέστερης κατάστασης, εποχής ή γεγονότος, το ζήτημα του πώς θυμάται κάποιος στέκεται στο κέντρο του κύκλου των ιστορικών που ασχολούνται με την Προφορική Ιστορία. Το παρόν άρθρο αποσκοπεί στο να απομονώσει, από όλους τους παράγοντες που μπορεί  να επηρεάσουν τη μνήμη, αυτόν της ηθικής αξιολόγησης των γεγονότων από το άτομο που αναβιώνει μία άλλη εποχή στη μνήμη του, προκειμένου να την παρουσιάσει στον ερευνητή. Ουσιαστικά, φιλοδοξεί να θέσει τον προβληματισμό, ποια μπορεί να είναι η εμπλοκή της ηθικής στη διαδικασία της αφήγησης και κατά πόσο αυτή μπορεί να καταστήσει μία μαρτυρία μη αξιόπιστη, ώστε να θέσει ζητήματα διαχείρισής της από την επιστήμη της Ιστορίας.

Από τον Πλάτωνα μέχρι τον Τσόμσκι, η συζήτηση για την ηθική έχει λάβει τεράστιες διαστάσεις, πλέον και με διαφορετικούς παρονομαστές μεταξύ όσων συζητούν για το  ζήτημα. Στην παρούσα περίπτωση, ο όρος «ηθική» δεν αφορά στη διάστασή της ως φαινόμενο που εκδηλώνεται από το σύνολο της κοινωνίας, αλλά ως το σύνολο των επιμέρους επιλογών της μονάδας μέσα σε μία κοινωνία και ως τον παράγοντα που διαφοροποιεί την ενέργεια της μονάδας αυτής έναντι της ενέργειας του συνόλου. Με έναν τρόπο, αυτή η «προσωπική ηθική» παραπέμπει στην πολυπόθητη αυτενέργεια ή,  σε κάποιες περιπτώσεις, στην ενέργεια μιας συλλογικότητας, μιας υποομάδας, που εντάσσεται σε μία κοινωνία.

Παρόλα αυτά, ο όρος «προσωπική ηθική» παραμένει σε εισαγωγικά, δεδομένου ότι δε γίνεται να πάψει να οράται από μία φουκωική οπτική, που διαπιστώνει την εξουσιαστική κατασκευή του συνόλου των αξιών, παραδοχών και εμπειριών που την συγκροτούν [1]. Με άλλα λόγια, ως «προσωπική ηθική» στο παρόν άρθρο ορίζεται το  σύνολο αξιών και παραδοχών που το άτομο έχει υιοθετήσει μέσα στην κοινωνία στην οποία διάγει μεν -το οποίο σύνολο μπορεί να ενεργοποιείται, ώστε να αποτελεί αξιολογικό κριτήριο κατά περιπτώσεις- και σε συνθήκες μη συστηματικά εντοπισμένες για το κάθε άτομο δε. Η  ηθική αυτή, που δεσμεύει τις ατομικές ή έστω συλλογικές, σε  εμβέλεια υποομάδων, επιλογές, αποτελεί βασικό κριτήριο της ανάγνωσης και ερμηνείας των γεγονότων που λαμβάνουν χώρα κατά τη διάρκεια της ζωής ενός ατόμου. Άμεσα συνυφασμένη με την πολιτική ιδεολογική τοποθέτηση -τουλάχιστον σε μια ιδανική περίπτωση-  η προσωπική ηθική αποτελεί ένα από τα κριτήρια με τα οποία ταξινομούνται και αξιολογούνται στη συνείδηση του ατόμου οι επιλογές του ίδιου και των γύρω του. Εξ ου προκύπτουν και οι αξιολογήσεις καλού-κακού, λειτουργικού-μη λειτουργικού, ηθικού-ανήθικου, ασφαλούς-ριψοκίνδυνου, χρήσιμου-άχρηστου.

Η «προσωπική ηθική» όμως, πέρα από τον τρόπο αξιολόγησης των γεγονότων τη στιγμή που συμβαίνουν, επηρεάζει προφανώς και τον τρόπο που μπορεί κάποιος να τα αφηγηθεί χρόνια αργότερα. Παρεμβαίνει όχι μόνο στο σύγχρονο, αλλά και στο διηνεκές, ακόμη και στις περιπτώσεις που κατά την πορεία ζωής ενός ατόμου υφίσταται διαφοροποιήσεις, επαναπροσδιορισμούς ή ακόμη και πλήρεις ανατροπές. Ο τρόπος που θα αξιολογήσει ένα άτομο ένα σημαντικό -κατά την κρίση του ή κατά την αντικειμενική, με την έννοια της κοινωνικά προσδιορισμένης, κρίση-  γεγονός τη στιγμή που συμβαίνει, καταχωρεί αυτό το γεγονός με συγκεκριμένο χαρακτήρα στη μνήμη του. Ενδέχεται συχνά μάλιστα να μην υπάρχει ακριβής ανάμνηση του γεγονότος χρόνια αργότερα, να υπάρχει όμως ανάμνηση της καταχώρησης του γεγονότος, δηλαδή του τρόπου που αυτό είχε αξιολογηθεί τη στιγμή που συνέβη.

Ο Primo Levi,  από τη θέση του συγγραφέα που θυμάται, αναφέρει χαρακτηριστικά: «Έχουν περάσει σχεδόν σαράντα χρόνια και θυμάμαι τα γεγονότα μέσα απ’ ό,τι έχω γράψει, τα γεγονότα που έγραψα λειτουργούν σαν τεχνητή μνήμη» [2]. Συχνά, μέσα από την επαναλαμβανόμενη διαδικασία συλλογής συνεντεύξεων, μπορεί κανείς να διαπιστώσει ότι το παραπάνω δεν λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο μόνο στις περιπτώσεις συγγραφέων, που καταχωρούν γραπτά τη μνήμη τους. Την αντίστοιχη περίπτωση μπορούμε να συναντήσουμε σε άτομα που αφηγούνται συχνά μία συγκεκριμένη περίοδο ή ένα γεγονός της ζωής τους. Η επαναλαμβανόμενη αναζήτηση της εμπειρίας τους από τρίτους αποτελεί μία αξιολογική αναγνώριση του βιώματός  τους, πράγμα που συχνά τους οδηγεί στην υιοθέτηση μίας τυποποιημένης αφήγησης, με άλλα λόγια μιας δοκιμασμένης αφήγησης, που καταλήγει να χάνει τη σύνδεση με το αρχικό βίωμα. Ακόμη και στις περιπτώσεις ατόμων για τα οποία η δημόσια αφήγηση αποτελεί  πρωτόγνωρη  εμπειρία, η επί σειρά ετών διαχείριση και διαπραγμάτευση των  γεγονότων με τον εαυτό τους αφήνει το περιθώριο της αφήγησης της ανάμνησης κι όχι του βιώματος. Η αφήγηση, στις περιπτώσεις αυτές, αντικατοπτρίζει περισσότερο το γεγονός, όπως αυτό αξιολογήθηκε σύμφωνα με την ηθική που είχε υιοθετήσει  το άτομο στη σύγχρονη του γεγονότος περίοδο. Στην περίπτωση δε, που κατά τη διάρκεια του ενδιάμεσου χρόνου, μεταξύ γεγονότος και αφήγησης, οι βάσεις ή τα επιμέρους στοιχεία της «προσωπικής ηθικής» έχουν διαφοροποιηθεί, τότε το γεγονός τείνει να αξιολογείται και να παρουσιάζεται με κριτήρια που συγκροτούν μία εκ του ασφαλούς αφήγηση, σίγουρα πιο μακρινή από τις συνθήκες που το περιέβαλαν. Μία τέτοια περίπτωση μπορεί να προσφέρει στον ερευνητή το πλεονέκτημα της απουσίας των εν θερμώ κριτηρίων, θέτει όμως το ερώτημα του κατά πόσο η αφήγηση όντως προσφέρει την πλήρη οπτική του ‘ανθρώπου της εποχής’, την οποία μελετούμε. Τίθεται, με άλλα λόγια, σε αμφισβήτηση το αποτέλεσμα της έρευνας της Προφορικής Ιστορίας, η οποία αναζητά τις πηγές της στη σύγχρονη οπτική που προσέφερε ένα γεγονός σε άτομα της εποχής που αυτό διαδραματίστηκε.

Πέραν όμως της «προσωπικής ηθικής», η οποία διαμορφώνει τα κριτήρια για την αξιολόγηση και την παρουσίαση ενός γεγονότος ή μιας σειράς γεγονότων, τίθεται και το ζήτημα πού αποσκοπεί ηθικά μία αφήγηση. Ποιες είναι οι ηθικές επιταγές που αναζητά να αποπληρώσει ένας αφηγητής παρουσιάζοντας ένα γεγονός του παρελθόντος; Το ερώτημα αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα αν αναλογιστεί κανείς το βαθμό στον οποίο επηρεάζει την αφήγηση το γεγονός, ότι αυτή αποτελεί αίτημα της ιστορίας. Μην ξεχνάμε ότι η τελευταία φαντάζει ως το μέσο για την ‘αποκατάσταση της αλήθειας’ στις συνειδήσεις του κόσμου.

Με αφορμή την επιθυμία πολλών αφηγητών για ‘αποκατάσταση της αλήθειας’, διαφαίνεται η εμπλοκή του ηθικού εναύσματος, της αξιολόγησης, δηλαδή, των γεγονότων με τον ηθικό σκοπό. Η τελευταία φαντάζει ως χρέος στα μάτια ειδημόνων και μη στο χώρο της Ιστορίας και συμπεριλαμβάνεται στο ηθικό σύμπαν, διότι εκτός από λειτουργικό στόχο, για κάποιους αποτελεί και αυταξία. Η αποκατάσταση αυτή αποτελεί συχνά έναυσμα αφήγησης για πολλούς πληροφορητές, το μέσο όμως με το οποίο θα επιτευχθεί είναι η ίδια η αφήγηση, η οποία παρουσιάζει ένα γεγονός σύμφωνα  με την αξιολογική κρίση του πληροφορητή. Επομένως, δημιουργείται ένας κύκλος που μας οδηγεί ξανά από τον σκοπό στο έναυσμα. Είναι σπάνιο -εξάλλου δε γνωρίζουμε κατά πόσο είναι δυνατόν- να συναντήσουμε έναν πληροφορητή που να έχει συνείδηση της  παρέμβασης της ηθικής του στην αφήγηση που εξυπηρετεί ιστορικούς σκοπούς. Αυτό το μοναδικό χαρακτηριστικό αναγνωρίζει ο F. Cereja στον Primo Levi αναφερόμενος στη «θέλησή του να περιοριστεί αυστηρά στη βιωμένη εμπειρία» [3].

Τι αποζητά επομένως η Ιστορία από τις προφορικές αφηγήσεις; Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι δύο είναι οι βασικοί άξονες αναζήτησης. Ο πρώτος, αφορά αυστηρά  στη σειρά των γεγονότων. Με άλλα λόγια, την πληροφορία. Ο δεύτερος, αφορά στη βιωμένη είσπραξη του γεγονότος. Δηλαδή, στην εμπλοκή του συγκεκριμένου ατόμου με το γεγονός, καθώς και στον τρόπο και στα κριτήρια με τα οποία το αξιολόγησε μόλις αυτό συνέβη.

Περνάμε έτσι στην ανάλυση του λόγου της αφήγησης, όπως το έθεσε εν τέλει και ο Thompson [4]. Γιατί ο πληροφορητής αξιολογεί ένα γεγονός με τον τρόπο που επιλέγει να το κάνει; Πώς, υπό ποιες συνθήκες και σε ποιο περιβάλλον διαμορφώθηκαν τα κριτήριά του; Ποιες ζυμώσεις έχουν συντελεστεί μέχρι τη στιγμή της αφήγησης, που έχουν καθορίσει τη μνήμη του; Πώς μπορούμε να εντοπίσουμε όλα τα παραπάνω αναλύοντας το λόγο του πληροφορητή; Τελικά, πώς οφείλει η Ιστορία να διαχειριστεί την αφήγηση κάποιου, που αποσκοπεί -συνειδητά ή ασυνείδητα- στην διατύπωση της προσωπικής παρουσίασης, άρα αξιολόγησης, άρα ηθικής κρίσης ενός γεγονότος;

Η αλήθεια που φιλοδοξεί να παρουσιάσει κάθε πιθανός πληροφορητής και την οποία πλήρως ασπάζεται, συχνά -από την οπτική του αφηγητή- μπορεί να μη γίνει πλήρως αντιληπτή από έναν παρατηρητή επόμενης εποχής, όπως είναι π.χ. ο  ιστορικός. Ο φόβος αυτός των πληροφορητών μπορεί να καθορίσει την επιλεκτικότητα με την οποία η αφήγηση θα δομηθεί. Εν ολίγοις, η υποστήριξη της αλήθειας του, μπορεί να οδηγήσει έναν πληροφορητή σε επιλογή των στοιχείων εκείνων που θα συμπεριληφθούν στην αφήγηση, ούτως ώστε να εξασφαλιστεί πλήρως ότι όλο το περιβάλλον του γεγονότος, αλλά και το ίδιο το γεγονός, συνηγορούν στην αλήθεια που ο ίδιος αντιλαμβάνεται ως πραγματική.

Σε περίπτωση που ο αφηγητής δεν ακολουθήσει  -συνειδητά ή ασυνείδητα- την παραπάνω διαδικασία της επιλογής των γεγονότων, θα πρέπει να προβεί σε αναλυτική ερμηνεία όσων συνέβησαν την περίοδο στην οποία αναφέρεται η αφήγησή του. Ερμηνεία που θα εξηγήσει στον ακροατή γιατί η πραγματική αλήθεια του γεγονότος είναι αυτή που υποστηρίζει ο πληροφορητής κι όχι κάποια άλλη, που ίσως παρατεθεί μέσα από τη μαρτυρία έτερου προσώπου. Η ερμηνεία αυτή στηρίζεται σε όσα αναφέρθηκαν παραπάνω: στην ηθική αξιολόγηση των παραγόντων εκείνων που οδήγησαν στην εκτόνωσή τους μέσω ενός γεγονότος. Η ερμηνεία, δηλαδή, παραπέμπει πάλι στην αξιολόγηση σύμφωνα με την «προσωπική ηθική». Μάλιστα, η διαδικασία στην οποία μπαίνουν αρκετοί πληροφορητές να αντικρούσουν μία διαδεδομένη ερμηνεία γεγονότων του παρελθόντος και να προβάλλουν τη δική τους εκδοχή, είναι αποτέλεσμα της αξιολόγησης που κάνουν στην αντίπερα άποψη και την οποία ευελπιστούν να εξηγήσουν σαφώς, ώστε να την καταρρίψουν. Αναπόφευκτα, επίσης, είτε γίνεται αντιληπτό από τους πληροφορητές είτε όχι, η διαδικασία μιας συνέντευξης εμπλέκει ρόλους εξουσίας. Ο εκάστοτε  πληροφορητής, ακόμη κι αν δεν είναι σε τέτοιο βαθμό, πρέπει όμως να αισθάνεται σαν ξεχωριστό άτομο, το οποίο προβαίνει σε αποκαλυπτήρια ενός παρελθόντος που απεγνωσμένα αναζητά και ερευνά ο ιστορικός. Αυτή η μεθοδολογική επιλογή φαίνεται να φέρει καλύτερα αποτελέσματα στο πόσο βαθιά παρακινείται να ψάξει το άτομο που δίνει τη συνέντευξη, ώστε να ανασύρει από τη μνήμη του λεπτομέρειες που μπορεί να φέρουν στην επιφάνεια νέα στοιχεία για την ιστορική έρευνα.

Αυτή η διαδικασία δίνει στον αφηγητή το ρόλο του αποκαλυπτή μιας περιόδου που μονάχα ο ίδιος γνωρίζει καλά ως βιωμένη, έναντι του ιστορικού που βρίσκεται απέναντί του και του παίρνει συνέντευξη, προσπαθώντας να ανασυντάξει εκ των υστέρων την εικόνα ενός αλλοτινού χρόνου. Στο σημείο αυτό, λοιπόν, η σύνδεση πληροφορητή-ερευνητή συγκροτεί μία εξουσιαστική σχέση, μια σχέση εξάρτησης. Ιδιαίτερα σε άτομα που παραγνωρίζουν την ύπαρξη ιστορικών εργαλείων και μεθόδων που προσφέρουν τη δυνατότητα στο μελετητή να διασταυρώσει και να συμπληρώσει μία  αφήγηση, απαντάται η αντίληψη και η συμπεριφορά της εξουσίας των αποκαλυπτηρίων. Ο πληροφορητής μπορεί να υιοθετήσει το ρόλο του παντογνώστη, που θα αποκαταστήσει την αλήθεια της περιόδου που έζησε. Και σε αυτές τις περιπτώσεις παρουσιάζει ως επικρατούσα τη δική του ερμηνεία των γεγονότων που έζησε και θυμάται. Και εδώ το ερώτημα της προσωπικής ηθικής του πληροφορητή εγείρεται ξανά. Τα προσωπικά αξιολογικά κριτήριά του ανάγονται στα μόνα υπαρκτά ή στα αναπόφευκτα αλάνθαστα και -αν αναλογιστούμε όχι τη συγκριτική μελέτη μεταξύ πολλών συνεντεύξεων, αλλά την κάθε συνέντευξη ως αυτόνομη μονάδα- η παρουσίαση του παρελθόντος ερμηνεύεται μέσα από το ηθικό σύμπαν του ενός πληροφορητή.

Οι παραπάνω παρατηρήσεις δεν αποσκοπούν στην υποβάθμιση της προσφοράς της προφορικής μαρτυρίας στην  έρευνα. Κάθε άλλο, αναγνωρίζοντας την εμπλοκή της ηθικής στην αφήγηση, ο ερευνητής φαίνεται ότι μπορεί να ανακαλύψει, μέσω των βιωματικών  αφηγήσεων, μία βεντάλια ηθικών οπτικών ανάλογα με το πρόσωπο, το χρόνο και την ανάλυση που επιδιώκει. Επισημαίνεται όμως ότι, εκτός των υπολοίπων παραγόντων, υπάρχει και η μεταβλητή της ηθικής που διέπει τα κίνητρα, τη διαδικασία και τους στόχους μιας συνέντευξης από την πλευρά του πληροφορητή. Η ηθική αυτή δεν αποτελεί, σε κάθε περίπτωση, ενιαίο και αντικειμενικά σταθμισμένο παράγοντα και είναι, επομένως, μία επιπλέον πρόκληση για τον ερευνητή στη διαδικασία συλλογής προφορικών μαρτυριών.

Παραπομπές:

[1] Michel Foucault. 1989. Ιστορία της Σεξουαλικότητας-Η χρήση των απολαύσεων. Αθήνα: Ράππα, σσ. 34-42.

[2] Primo Levi. 1998. Το καθήκον της μνήμης. Αθήνα: Άγρα, σ. 22.

[3] Primo Levi. 1998. Το καθήκον της μνήμης. Αθήνα: Άγρα, σ. 10.

[4] Paul Thompson. 2008. Φωνές από το Παρελθόν-Προφορική Ιστορία. Αθήνα: Πλέθρον, Αθήνα 2008, σσ. 217-235.

Leave a Reply