Η εξομολόγηση

Παπαδάκης Χρίστος, ζωγράφος

“Γεννήθηκα στήν Πέτρα Λιβαδειᾶς, στά τέλη τοῦ χειμώνα τοῦ 1957.

Ἔζησα δέκα πέντε χρόνια ἐκεῖ˙ κι ἀκόμα μές στούς βράχους της καί στά θυμάρια τριγυρίζω. Ἀλλά περισσότερο καθορίστηκα ἀπ’ τόν καταρράκτη, τό «γκρεμνάρι» ὄπως τό λέμε οἱ ντόπιοι. Δέν τόν ζωγράφισα ποτέ ἀτόφιο. Ὅμως… οἱ ζωγραφιές μου εἶναι βαφτισμένες στά νερά του.

Στό σπίτι ἔνιωθα ἰδιαίτερα, καθώς ἔξω ἀπ’ τό παράθυρο ἐκδηλώνονταν ὅλοι οἱ καιροί. Κι ἐγώ, ἀκουμπισμένος στό φαρδύ περβάζι τοῦ ἑνός αἰώνα, νά πατάω μέ δύναμη τίς ξυλομπογιές, πασχίζοντας νά πιάσω τό πράσινο τῆς πορτοκαλιᾶς καί τό θερμό τῶν καρπῶν της. Ὅταν μέ ρωτάγανε ἀπαντοῦσα˙ πώς θά γίνω Ζωγράφος. Κι ἅμα δέ μέ ρωτάγανε τό ’λεγα ἀπό μέσα μου.

Ὅταν μεγάλωσα καί πῆγα στό γυμνάσιο, μοῦ ἀναθέτανε νά τούς κάνω σχέδια σέ χαρτόνια μέ ἱστορικά θέματα. Μιά φορά μοῦ εἴπανε νά φέρω ἀπό τό σπίτι ὅ,τι εἶχα ζωγραφισμένο, γιά νά γίνει ἔκθεση στό δημαρχεῖο.Ἄν καί φοβόμουν τίς ἐπιπτώσιες τῆς ἀρνήσεως, δέν τά πῆγα. Μοῦ τό ζητήσανε ἐπιτακτικότερα καί τούς τά πῆγα. Σάν τέλειωσε ἡ ἔκθεση, τό ἄλλο πρωϊνό, ἤρθανε οἱ συμμαθητές μου καί μέ πήρανε νά μοῦ δείξουνε. Πίσω ἀπ’ τήν τσαλαπατημένη περίφραξη, στό αὐλάκι, βρῆκα σκισμένες τίς ζωγραφιές μου. Δέν ἔκλαψα. Δέν τό ἐπέτρεπε ἡ δικτατορία κι ὁ πρώιμος ἀντρισμός μου.

Τό καλοκαίρι τοῦ ’72, ἀπαίτησα νά κατέβω μόνιμα στήν Ἀθήνα. Πάνω στά πεπόνια τοῦ φορτηγοῦ ρίξαμε τίς κουβέρτες. Τά βιβλία τά πῆρα μπροστά στό κουβούκλιο. Τέσσερις τό πρωΐ φτάσαμε στή λαχαναγορά καί ξεφορτώσαμε.

Στήν Ἀθήνα τέλειωσα τό ἑξατάξιο. Τό δέρμα μου ἄλλαξε, ἀλλά ἀπό κάτω σάν τζίτζικας παρέμενα ὁ ἴδιος. Γνώρισα πολλά… μά ἡ εὐχή τῆς ἀλεποῦς πού εἶχα εὐεργετήσει κάποτε, μέ ἀκολουθοῦσε. Συνέχισα νά ζωγραφίζω… Στήν ἐφηβική μου ὑπερευαισθησία καί στήν καταχνιά τοῦ καθεστῶτος, προστέθηκε κι ὁ αὐτόχειρ ποιητής. Ὅλα φαίνονταν μάταια˙ ὁ θάνατος ἔγινε ἰδέα. Ὅμως μέσα μου, ἔντονη παλλόταν ἡ λαχτάρα μου να ζήσω.

Κάποια στιγμή, κάποιος σέ πλησιάζει, ἄλλος σοῦ δίνει ἕνα βιβλίο, ἔχεις καί σύ μάτια πού βλέπουν καί φουντώνεις γρήγορα. Μέ θυσίες κι αὐταπάρνηση θέλεις νά χτίσεις ξανά τόν κόσμο, κάνοντας τό δίκιο χρέος. Κι ἀνάμεσα σέ τούτην τήν ἀντάρα τῶν νιάτων˙ τοῦ ρομαντισμοῦ καί τῶν ἀγώνων, στεκόταν παράμερα καί μέ πρόσμενε ὁ Σωτήρας.

Τό ’76 μοῦ μίλησαν γιά ἀληθινή ζωγραφική˙ κι ἀφοῦ τό κλωθογύρισα δυό χρόνια, ὁρκίστηκα νά ὀνομαστῶ ζωγράφος. Νυχθημερόν σχεδίαζα στά ἐργαστήρια γλυπτικῆς τῶν δυό δασκάλων. Κι ὅταν δέν σχεδίαζα, ἔβλεπα. Κι ὅταν δέν ἔβλεπα, ἄκουγα. Μιλοῦσα περισσότερο γιά τό μυστήριο τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου, παρά γιά τέχνη. Ἤθελα πρῶτα καλά-καλά νά τή γνωρίσω. Ὅμως… ἡ ἀποτυχία στίς ἐξετάσεις τῆς περιβόητης σχολῆς, μέ πέταξε στή θλίψη. Ἔκανα ἕξι μῆνες γιά νά σηκωθῶ καί ἕξι νά συνέλθω. Μετά˙ θυμήθηκα τόν ὅρκο μου˙ κι εἶπα θά συνεχίσω… Ἔμεινα ἔγκλειστος στό μοναστήρι τοῦ ἐργαστηρίου μου γιά δέκα χρόνια. Τούς χειμῶνες τό κρύο ἀφόρητο. Παγωμένα μολύβια, χέρια, καρδιές. Ζεστό τό τσάι καί τά νέγρικα μπλούζ. Ἕνα κουτί γάλα κρυμμένο γιά τήν ὥρα τῆς ἔσχατης ἀνάγκης. Ἡ ἀγωνία μου νά βρῶ τό σχέδιο μέ ἐξωθοῦσε σέ ἀκρότητες. Κάποτε ὁ ἐξαναγκασμός ἤτανε τέτοιος, πού μ’ ἔπιανε ἀπελπισία. Ἔνιωθα ἐγκατάλειψη. Πότε θα ’ρχότανε ἡ χάρη καί στή δική μου πίστη;

Ἡ χάρη ἦρθε θαυματουργικά. Ὁ σοφότερος ζωγράφος τοῦ καιροῦ μας, μοῦ ’δωσε χέρι γιά νά στηριχτῶ˙ κι ὕστερα μοῦ φύσηξε λόγια γιά νά πάρω φόρα. Ἀναθάρρησα. Ἔβαλα ἔργο στήν πανελλήνια ἔκθεση τοῦ ’87 καί ἔδωσα πάλι στή σχολή. Τ’ ἀποτελέσματα βγήκανε Σεπτέμβριο. Ὅταν πῆρα στά χέρια τήν ἐφημερίδα, τρεῖς φορές πέρασα τῶν ἐπιτυχόντων τά ὀνόματα καί δέν εἶδα τό δικό μου. Μετά σιγά-σιγά ξεθόλωσαν τά μάτια καί μέ εἶδα!

Πάλι ὅλα ἀπ’ τήν ἀρχή.

Ὑπάκουος τόσο, πού ἄλλαξα πολλά ἀπό ὅσα εἶχα ἤδη κατανοήσει.

Συνεπής τόσο, πού ἀγνόησα πολλά ἀπό ὅσα εἶχα ἤδη ζήσει.

Ζηλωτής τόσο, πού ἀπέταξα πολλά ἀπό ὅσα εἶχα ἤδη ποθήσει.

Δούλεψα σκληρά. Ἄλλοτε γιά τίς σπουδές κι ἄλλοτε γιά τή ζωή μου. Πότε νά πλάθω τόν πηλό, σκυμμένος πάνω του μέχρι πρίν τόν φιλήσω. Καί πότε ἀνεβασμένος στή σκαλωσιά τοῦ τρούλλου, νά μέ κοιτάζει ὁ Παντοκράτορας στό ἕνα μέτρο.

Ὅταν ξεμπέρδεψα μέ τή σχολή, ἔπεσαν οἱ τίτλοι. Μέ ἔχρισαν ἐπίσημα Ζωγράφο˙ μ’ ἀποκάλεσαν Δάσκαλο˙ κι ὕστερα μέ εἶπε Ποιητή ἐκείνη ἡ γυναίκα, πού λείπει ἀπόψε… τί ἄλλο νά ζητήσω!

Τώρα πού πέρασαν 33 χρόνια ἀπ’ τήν πρώτη ὁρκομωσία˙ παρουσιάζω στίς 12 πτυχές, τό ζωγραφικό μου πρόσωπο. Ὁμολογῶ… πώς ὅλα αὐτά τά χρόνια δούλεψα, δοκίμασα, ἔψαξα, ἀμφέβαλλα, λιγοψύχησα, λιποτάκτησα, ἐπιτέθηκα καί μάτωσα. Ἀλλά ὅσο ἡ ζωγραφική μέ κατηχεῖ˙ παλεύω τή φιλαρχία, τήν κενοδοξία, τήν ἀδημονία˙ πού κάποιες φορές μέ φυλακίζουν. Καί ὅταν μές στή μοναξιά τῆς νύχτας μ’ ἁρπάζει ἡ ἀπογοήτευση˙ παίρνω ἀντίδοτο σ’ αὐτό τό δηλητήριο μέ τή φράση: «Μάρθα, Μάρθα, μεριμνᾶς καί τυρβάζῃ περί πολλά, ἑνός δέ ἐστι χρεία».”

Παπαδάκης Χρίστος, ζωγράφος

“Γεννήθηκα στήν Πέτρα Λιβαδειᾶς, στά τέλη τοῦ χειμώνα τοῦ 1957.

Ἔζησα δέκα πέντε χρόνια ἐκεῖ˙ κι ἀκόμα μές στούς βράχους της καί στά θυμάρια τριγυρίζω. Ἀλλά περισσότερο καθορίστηκα ἀπ’ τόν καταρράκτη, τό «γκρεμνάρι» ὄπως τό λέμε οἱ ντόπιοι. Δέν τόν ζωγράφισα ποτέ ἀτόφιο. Ὅμως… οἱ ζωγραφιές μου εἶναι βαφτισμένες στά νερά του.

Στό σπίτι ἔνιωθα ἰδιαίτερα, καθώς ἔξω ἀπ’ τό παράθυρο ἐκδηλώνονταν ὅλοι οἱ καιροί. Κι ἐγώ, ἀκουμπισμένος στό φαρδύ περβάζι τοῦ ἑνός αἰώνα, νά πατάω μέ δύναμη τίς ξυλομπογιές, πασχίζοντας νά πιάσω τό πράσινο τῆς πορτοκαλιᾶς καί τό θερμό τῶν καρπῶν της. Ὅταν μέ ρωτάγανε ἀπαντοῦσα˙ πώς θά γίνω Ζωγράφος. Κι ἅμα δέ μέ ρωτάγανε τό ’λεγα ἀπό μέσα μου.

Ὅταν μεγάλωσα καί πῆγα στό γυμνάσιο, μοῦ ἀναθέτανε νά τούς κάνω σχέδια σέ χαρτόνια μέ ἱστορικά θέματα. Μιά φορά μοῦ εἴπανε νά φέρω ἀπό τό σπίτι ὅ,τι εἶχα ζωγραφισμένο, γιά νά γίνει ἔκθεση στό δημαρχεῖο.Ἄν καί φοβόμουν τίς ἐπιπτώσιες τῆς ἀρνήσεως, δέν τά πῆγα. Μοῦ τό ζητήσανε ἐπιτακτικότερα καί τούς τά πῆγα. Σάν τέλειωσε ἡ ἔκθεση, τό ἄλλο πρωϊνό, ἤρθανε οἱ συμμαθητές μου καί μέ πήρανε νά μοῦ δείξουνε. Πίσω ἀπ’ τήν τσαλαπατημένη περίφραξη, στό αὐλάκι, βρῆκα σκισμένες τίς ζωγραφιές μου. Δέν ἔκλαψα. Δέν τό ἐπέτρεπε ἡ δικτατορία κι ὁ πρώιμος ἀντρισμός μου.

Τό καλοκαίρι τοῦ ’72, ἀπαίτησα νά κατέβω μόνιμα στήν Ἀθήνα. Πάνω στά πεπόνια τοῦ φορτηγοῦ ρίξαμε τίς κουβέρτες. Τά βιβλία τά πῆρα μπροστά στό κουβούκλιο. Τέσσερις τό πρωΐ φτάσαμε στή λαχαναγορά καί ξεφορτώσαμε.

Στήν Ἀθήνα τέλειωσα τό ἑξατάξιο. Τό δέρμα μου ἄλλαξε, ἀλλά ἀπό κάτω σάν τζίτζικας παρέμενα ὁ ἴδιος. Γνώρισα πολλά… μά ἡ εὐχή τῆς ἀλεποῦς πού εἶχα εὐεργετήσει κάποτε, μέ ἀκολουθοῦσε. Συνέχισα νά ζωγραφίζω… Στήν ἐφηβική μου ὑπερευαισθησία καί στήν καταχνιά τοῦ καθεστῶτος, προστέθηκε κι ὁ αὐτόχειρ ποιητής. Ὅλα φαίνονταν μάταια˙ ὁ θάνατος ἔγινε ἰδέα. Ὅμως μέσα μου, ἔντονη παλλόταν ἡ λαχτάρα μου να ζήσω.

Κάποια στιγμή, κάποιος σέ πλησιάζει, ἄλλος σοῦ δίνει ἕνα βιβλίο, ἔχεις καί σύ μάτια πού βλέπουν καί φουντώνεις γρήγορα. Μέ θυσίες κι αὐταπάρνηση θέλεις νά χτίσεις ξανά τόν κόσμο, κάνοντας τό δίκιο χρέος. Κι ἀνάμεσα σέ τούτην τήν ἀντάρα τῶν νιάτων˙ τοῦ ρομαντισμοῦ καί τῶν ἀγώνων, στεκόταν παράμερα καί μέ πρόσμενε ὁ Σωτήρας.

Τό ’76 μοῦ μίλησαν γιά ἀληθινή ζωγραφική˙ κι ἀφοῦ τό κλωθογύρισα δυό χρόνια, ὁρκίστηκα νά ὀνομαστῶ ζωγράφος. Νυχθημερόν σχεδίαζα στά ἐργαστήρια γλυπτικῆς τῶν δυό δασκάλων. Κι ὅταν δέν σχεδίαζα, ἔβλεπα. Κι ὅταν δέν ἔβλεπα, ἄκουγα. Μιλοῦσα περισσότερο γιά τό μυστήριο τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου, παρά γιά τέχνη. Ἤθελα πρῶτα καλά-καλά νά τή γνωρίσω. Ὅμως… ἡ ἀποτυχία στίς ἐξετάσεις τῆς περιβόητης σχολῆς, μέ πέταξε στή θλίψη. Ἔκανα ἕξι μῆνες γιά νά σηκωθῶ καί ἕξι νά συνέλθω. Μετά˙ θυμήθηκα τόν ὅρκο μου˙ κι εἶπα θά συνεχίσω… Ἔμεινα ἔγκλειστος στό μοναστήρι τοῦ ἐργαστηρίου μου γιά δέκα χρόνια. Τούς χειμῶνες τό κρύο ἀφόρητο. Παγωμένα μολύβια, χέρια, καρδιές. Ζεστό τό τσάι καί τά νέγρικα μπλούζ. Ἕνα κουτί γάλα κρυμμένο γιά τήν ὥρα τῆς ἔσχατης ἀνάγκης. Ἡ ἀγωνία μου νά βρῶ τό σχέδιο μέ ἐξωθοῦσε σέ ἀκρότητες. Κάποτε ὁ ἐξαναγκασμός ἤτανε τέτοιος, πού μ’ ἔπιανε ἀπελπισία. Ἔνιωθα ἐγκατάλειψη. Πότε θα ’ρχότανε ἡ χάρη καί στή δική μου πίστη;

Ἡ χάρη ἦρθε θαυματουργικά. Ὁ σοφότερος ζωγράφος τοῦ καιροῦ μας, μοῦ ’δωσε χέρι γιά νά στηριχτῶ˙ κι ὕστερα μοῦ φύσηξε λόγια γιά νά πάρω φόρα. Ἀναθάρρησα. Ἔβαλα ἔργο στήν πανελλήνια ἔκθεση τοῦ ’87 καί ἔδωσα πάλι στή σχολή. Τ’ ἀποτελέσματα βγήκανε Σεπτέμβριο. Ὅταν πῆρα στά χέρια τήν ἐφημερίδα, τρεῖς φορές πέρασα τῶν ἐπιτυχόντων τά ὀνόματα καί δέν εἶδα τό δικό μου. Μετά σιγά-σιγά ξεθόλωσαν τά μάτια καί μέ εἶδα!

Πάλι ὅλα ἀπ’ τήν ἀρχή.

Ὑπάκουος τόσο, πού ἄλλαξα πολλά ἀπό ὅσα εἶχα ἤδη κατανοήσει.

Συνεπής τόσο, πού ἀγνόησα πολλά ἀπό ὅσα εἶχα ἤδη ζήσει.

Ζηλωτής τόσο, πού ἀπέταξα πολλά ἀπό ὅσα εἶχα ἤδη ποθήσει.

Δούλεψα σκληρά. Ἄλλοτε γιά τίς σπουδές κι ἄλλοτε γιά τή ζωή μου. Πότε νά πλάθω τόν πηλό, σκυμμένος πάνω του μέχρι πρίν τόν φιλήσω. Καί πότε ἀνεβασμένος στή σκαλωσιά τοῦ τρούλλου, νά μέ κοιτάζει ὁ Παντοκράτορας στό ἕνα μέτρο.

Ὅταν ξεμπέρδεψα μέ τή σχολή, ἔπεσαν οἱ τίτλοι. Μέ ἔχρισαν ἐπίσημα Ζωγράφο˙ μ’ ἀποκάλεσαν Δάσκαλο˙ κι ὕστερα μέ εἶπε Ποιητή ἐκείνη ἡ γυναίκα, πού λείπει ἀπόψε… τί ἄλλο νά ζητήσω!

Τώρα πού πέρασαν 33 χρόνια ἀπ’ τήν πρώτη ὁρκομωσία˙ παρουσιάζω στίς 12 πτυχές, τό ζωγραφικό μου πρόσωπο. Ὁμολογῶ… πώς ὅλα αὐτά τά χρόνια δούλεψα, δοκίμασα, ἔψαξα, ἀμφέβαλλα, λιγοψύχησα, λιποτάκτησα, ἐπιτέθηκα καί μάτωσα. Ἀλλά ὅσο ἡ ζωγραφική μέ κατηχεῖ˙ παλεύω τή φιλαρχία, τήν κενοδοξία, τήν ἀδημονία˙ πού κάποιες φορές μέ φυλακίζουν. Καί ὅταν μές στή μοναξιά τῆς νύχτας μ’ ἁρπάζει ἡ ἀπογοήτευση˙ παίρνω ἀντίδοτο σ’ αὐτό τό δηλητήριο μέ τή φράση: «Μάρθα, Μάρθα, μεριμνᾶς καί τυρβάζῃ περί πολλά, ἑνός δέ ἐστι χρεία».”

Leave a Reply