Δεκαπεντασύλλαβες Αθιβολές για το Πρόγραμμα «ΣΥΜΜΕΤΕΧΩ-ΕΙΜΑΙ ΕΝΕΡΓΟΣ/Η»

Κωνσταντίνος Πατεράκης, Διευθυντής 4ου Δ. Σχ Ακρωτηρίου-Επιμορφούμενος του Προγράμματος

 

Δεκαπεντασύλλαβες Αθιβολές για το Πρόγραμμα «ΣΥΜΜΕΤΕΧΩ-ΕΙΜΑΙ ΕΝΕΡΓΟΣ/Η»

 

Αναστοχάζομαι κι εγώ πάλι τα περασμένα,

Πολλά θυμούμαι να σας πω, τα χομε καμωμένα.

Εδά, που κάθισα κι εγώ για να σας (ε) μιλήσω,

Με λόγια του Ρωτόκριτου, θε να  σας  απαντήσω.

[…]

Τα λόγια τούτα γράφτηκαν, για  έρωτα μπελάδες,

μα τώρα  είναι κουστουμιά, για τους Διευθυντάδες,

γιατί τους  πιβουλεύονται,  δάσκαλοι και Γονέοι,

και  πρέπει να ΄ναι δίκαιοι,  άμεμπτοι και γενναίοι.

Πώς λειτουργεί μέχρι στιγμής, το Πρόγραμμα εκείνο,

με το «Μελίνα» μοναχά μπορώ να το συγκρίνω.

Πολλά γεννήκαν μέχρι εδά και θα γενούν κι ακόμη,

γιατί η ομάδα ειν΄ δυνατή κι έχει ψυχή και τόλμη.

Η τεχνική κατάρτιση, που είναι για ρεγάλο,

την έχουν οι Εκπαιδευτές, περίσσια δίχως άλλο.

Μα κι Εκπαιδευόμενοι κι αυτοί δεν πάνε πίσου,

Έχουνε γνώμη και φωνή και λόγο  να μιλήσου.

Οι χώροι, απού γίνονται τούτες οι συνεδρίες,

Θάλεγα είναι ιδανικοί, σ΄αυτές τις συγκυρίες.

Το μόνο που θελα να πω αδύνατο σημείο,

Δεν προλαβαίνω τον υιό, να πάρω απ΄το ωδείο.

Γι αυτό θέλω συνάδελφοι να μου τη συγχωρείτε,

την απουσία πέντε λεπτών στο τέλος σαν με δείτε,

να φεύγω, δεν την κοπανώ να πάω στ΄Ακρωτήρι,

πάω να πάρω το παιδί που ΄ναι στο φροντιστήρι.

Το εργαστήρι τέσσερα, στρατηγηκή ΄γεσία,

για μένα είχε νόημα πιότερο, και αξία .

Που ΄γινε στο Δημοτικό στης Αμπεριάς τα μέρη.

Κι η Χρύσα μας εμίλησε με όρεξη και θέρμη.

Κι αν τώρα το Σχολείο μου δεν έχει κυλικείο

Ίσως αργότερα διαβώ πόρτα σ΄ άλλο σχολείο.

……

Με βάση το συμβόλαιο, θα γράψω δυο αράδες,

ήτανε η υπόσχεση, απ’ τους Διευθυντάδες.

Βάση του οδηγού Σπουδών, το συνημμένο αρχείο,

να ιστορίσω προσπαθώ, να γράψω λόγια  δύο.

Κι  η Χρύσα μου μηνύτεψε, κι ‘πε μου να κατέχω,

ότι της άρεσε πολύ, το γράψιμο που έχω.

 

Μια και το ξεκινήσαμε, είπα να συνεχίσω,

με δεκαπεντασύλλαβο, να  τα εξιστορήσω.

Δυο λόγια γράφω από καρδιάς και  προϊκονομίζω,

βάσει του οδηγού σπουδών, όπως εγώ νομίζω.

Και  ξεκινάω τη λαλιά, με ξόμπλια και με παίνια,

π’ αρέσουνε σε όλους μας, μεγάλους και κοπέλια.

Στην πράξη προσπαθήσαμε, να δούμε στην πορεία,

πώς λειτουργούν όλα αυτά, που ήταν θεωρία.

Μιλήσαμε στο Σύλλογο, για Φιλαναγνωσία,

κι η πρώτη τάξη το ‘δενε, ως νέκταρ κι αμβροσία.

Κι οι αποφάσεις πάντοτε, ομόφωνα παρμένες,

μία γροθιά, μία καρδιά και νομικά δεμένες.

Συλλογική απόφαση, σε κάθε πρόβλημά μας,

και να συνεδριάζομε τιμή ‘ταν και χαρά μας.

Κάναμε  ένα project Πέμπτη και Έκτη τάξη,

κι είδαμε το ψηφιδωτό, πώς γίνεται στην πράξη.

Πέτυχε η εφαρμογή, κι όλοι φχαριστηθήκαν,

οι δάσκαλοι και τα παιδιά άφωνους μας αφήκαν.

Μετείχανε και τα παιδιά, εις την απόφασή μας,

κι είχανε λόγο και φωνή, εις τη συνάντησή μας.

 

Και καταλήξαμε μαζί, σχέδιο με πλακάκια,

ένα καράβι με πανιά, από τα χωραφάκια.

Και συζητούσαμε πολύ ανεξαρτήτως κόπου,

με στόχο την οργάνωση του σχολικού μας τόπου.

Για καθ’ αυτό το πρόγραμμα, σας ε γυρίζω πίσω,

κι όσα καλά περάσαμε, να σας εξιστορίσω.

Στην πρώτη τη συνάντηση, πέρα στα περιβόλια,

είχανε ανεμαζωχτεί, όλα τα δικολόγια.

Η Ελένη, οι Νικολήδες μας, η Αθηνά, η Χρύσα,

όλους τους επιμορφωτές, τα μάθια μου αντικρίσα.

Για ενεργούς Διευθυντές, άκουγα και για πάθη,

και είπα από μέσα μου, κράτα μικιό καλάθι.

Μα πάλι συλλογίστηκα, κάτι καλό συμβαίνει,

χωρίς φωθιά, ποτέ καπνός, αμοναχός δε βγαίνει.

Καλά περάσαμ’ όλοι μας και πλούσα ήταν όλα,

στο πρώτο Κουνουπιδιανών, του Δόβρου του Νικόλα.

Στο όγδοο βρεθήκαμε και δώσαμε τα χέρια,

κι αναθιβάλαμε ξανά, για τα παλιά λιμέρια.

[Για όσους δε το γνώρισαν και για την ιστορία,

εκεί περαματίστηκε, το πρόγραμμα Μελίνα.   (περαματίζω = ξομπλιάζω)

Της Ευγενίας το Σκολειό, π’ ανθεί και λουλουδίζει,

κάποτε υποδεχότανε, το Νίκο τον Παΐζη.

Τον Πατεράκη εικαστικό, μ’ αηδό τον Τζινευράκη

κι είχενε για Διευθυντή, τον Παπαδογιωργάκη.]

Του αυταρχικού Διευθυντή, τότε το ρόλο πήρα,

το μεσημέρι άστρα στη γη, κείνη την ώρα είδα.

 

Του Φλεβαριού τσι δεκοχτώ, το diigo τι σημαίνει,

μας ξενάγησ’ η Χαρά, σ’ όλη την οικουμένη.

Λίγα ‘ταν τα κατάλαβα, φταίξιμο τ’ απατού μου,

γιατί εκείνη τη βραδιά, είχα αλλού το νου μου.

Για περιβάλλον μάθησης, θα σας μιλήσω τώρα,

να βγάλω στο διαδίκτυο, τα άπλυτα στη φόρα.

Να ενδιαφερθώ, ν’  ασχοληθώ, χρόνο να χαλαλίσω,

σε ξένο κόσμο άγνωστο, για μια στιγμή να ζήσω.

Όφου πως γύρισ’ ο καιρός και η ζωή το φέρνει,

κι ανοίγει το διαδίκτυο, σαν Ύδρα  εις τη Λέρνη.

[…]

Το diigo δεν κατάλαβα και θέλω να ‘μαι ντόμπρος,

τι κι ανέ το προσπάθησε κι ο Νικολής ο Δόβρος.

Μάνα μου e-κουζουλάθηκα, το diigo   και το diigo,

την πόρτα δεν την e-βρισκα, να σηκωθώ να figo.

[…]

Κι ήτανε να βρεθούμε  εκεί, στση Χρύσας το Σχολείο,

στου Μάρτη εις τσι δεκατρείς, η ομάδα δράσης δύο.

Ξεφάντωμα αποκριάς, όλος ο κόσμος έχει,

κι η ομάδα των Διευθυντών, να μορφωθεί ξετρέχει.

 

Κάθομαι και στοχάζομαι, αντί να βάλω μάσκα,

πάλι καλά, δεν ήτανε, η μέρα αυτή του Πάσχα.

[…]

Στην Αμπεριά επήγαμε, Θε μου και πού τα βρίσκει,

και τράταρέ μας με γλυκά, ωσάν γάμου κανίσκι.

Όντεν εξεκινήσαμε, δα να ΄μαστε τριάντα,

κι εδά πομείναμε οι μισοί, μα δε κατέχω γιάντα.

Κάποιες αλήθειες κρύβονται, εις τα λεγόμενά μου,

μόνο μην παρεξηγηθούν και βρω και τον μπελά μου.

Υπουργικό συμβούλιο, οι τρεις τους ξεκινήσαν,

για ολικής ποιότητας, κουλτούρα εμιλήσαν.

Μίλησαν για Διευθυντές, μελλοντικά ταλέντα,

το ρόλο των δασκάλων μας, τον στείλαν στην καλένδα.

Το πώς εφτάσαμε εδώ, οι δάσκαλοι δε φταίνε,

δάκρυα κροκοδείλια, που όπου κι αν πέσουν καίνε.

Αν κοίταζαν τον άνθρωπο, μέσα στα υπουργεία,

δε θα μας άφηναν κενά, στα σπίτια τα ταμεία.

Και η Ελπίδα ύψωσε, πολύ ψηλά τον τόνο,

βλέποντας στα σχολεία μας, κιτία παραπόνων.

 

Πελάτη βλέπουν το παιδί και το γονιό πελάτη,

Και το σκολειό επιχείρηση, βλέπει η κερά του Μπράτη (Στην εκπαιδευτική τεχνική  παιχνίδι ρόλου !!!).

Η κοινωνία αφεντικό και μεις οι υπηρέτες,

τώρα ξαναγυρίζουνε, οι δούλοι κι οι αφέντες.

Εμπιστοσύνη σεβασμός, αξίες εκλιπόντων

και όμως είναι ένδειξη, Συλλόγου Διδασκόντων.

Όπου περνούν ξωπίσω τους,  τριάντα να φυτρώνουν,

οι ηγέτες οι δυναμικοί και τα θεριά μερώνουν.

Θεωρείται αυτονόητο, κυρίαρχο μοντέλο,

του ηγέτη του Διευθυντή, του βγάζεις το καπέλο.

Να είναι προνοητικός , χωρίς συμφέρον να ‘χει,

εύστροφος και ειλικρινής, όποτε κι αν του λάχει.

Ηγέτες που δεν είχανε, ποτέ στον ήλιο μοίρα,

μπαίνουνε και χωρίζουνε , το στάρι από την ίρα.

Ο ηγέτης ο πραγματικός, σα στέκει και λογιάζει,

το κόστος το προσωπικό, ποτέ δε λογαριάζει.

Για ενεργούς Διευθυντές, που παίρνουνε το βάρος,

και πρέπει να ‘χουνε καρδιά, μα και περίσσιο θάρρος.

Το πλάνο πετυχαίνουνε, ανεξαρτήτως κόστους,

σαν τους τυφλούς που ψάχνουνε, παντοτινά το φως τους.

Ένας ηγέτης άξιος, τα λέει τσεκουράτα,

σοφά είναι τα έργα του, τα λόγια του σταράτα.

[…]

Άστονε λέω τον καιρό κι ας προπατεί κι ας πιαίνει,

κι αν  ειν’ ηγέτης   ικανός, κανείς δεν τον(ε) στένει.

Πρέπει να ξεκινήσουμε,  με όραμα κι ελπίδα,

για να υπηρετήσομε, αυτή την κοινωνία.

Ηγέτες να ‘μαστε παιδιά, μα επί της ουσίας,

για να μην καταντήσομε, πιόνια της εξουσίας.

Ο ηγέτης ο πραγματικός, πάντα ανοίγει δρόμους,

με τους δασκάλους προχωρεί και δεν τσ’ αφήνει μόνους.

Από σχολή διοίκησης, τον θεν διορισμένο,

έτσι θα είν διευθυντές, στ’ απώτερο το μέλλον.

Έχει αυτεκτίμηση, κι ειν’ καταξιωμένος,

σαν έρθουνε τα δύσκολα, φαίνετ’ ο αντρειωμένος.

Ο ηγέτης ο πραγματικός, έχει να καμαρώνει,

καλλιεργεί και σπέρνει εκεί, που γι άλλους δε φυτρώνει.

Δυό πόρτες έχει η ζωή, μια ‘νοίγει και μια κλείνει,

ηγέτες ξέρομε πολλούς,  μ’ άνθρωποι ήταν λίγοι.

Να θέτομε τα όρια, να βάζομε τους στόχους,

χωρίς να το ξεχάσομε, πως κάνομε μ’ ανθρώπους.

Ο άνθρωπος προέρχεται, από το άνω θρώσκει,

ακόμα κι αν είναι βοσκός, τα πρόβατα και βόσκει.

Να ‘μαστ’ ηγέτες  να ‘μαστε, μα να ‘μαστε κι Ανθρώποι,

κι ας μας (ε) κατατρέχουνε, λογιών-λογιών, οι κόποι.

 

Η εξουσία κι η χαρά, σκορπίζουνε και πάνε,

πρέπει ο ηγέτης Άνθρωπος, εν κατακλείδι να ‘ναι.

 

Υ.Γ.

Αυτά ‘ταν για το πρόγραμμα, βιώσιμ’ ηγεσία,

όπως εγώ τα βίωσα, το δύο δεκατρία.

Τα λόγια τούτα από καρδιάς, γραμμένα με μεράκι,

πεσκέσι στσ’ επιμορφωτές, από τον Πατεράκη.

Κωνσταντίνος Πατεράκης, Διευθυντής 4ου Δ. Σχ Ακρωτηρίου-Επιμορφούμενος του Προγράμματος

 

Δεκαπεντασύλλαβες Αθιβολές για το Πρόγραμμα «ΣΥΜΜΕΤΕΧΩ-ΕΙΜΑΙ ΕΝΕΡΓΟΣ/Η»

 

Αναστοχάζομαι κι εγώ πάλι τα περασμένα,

Πολλά θυμούμαι να σας πω, τα χομε καμωμένα.

Εδά, που κάθισα κι εγώ για να σας (ε) μιλήσω,

Με λόγια του Ρωτόκριτου, θε να  σας  απαντήσω.

[…]

Τα λόγια τούτα γράφτηκαν, για  έρωτα μπελάδες,

μα τώρα  είναι κουστουμιά, για τους Διευθυντάδες,

γιατί τους  πιβουλεύονται,  δάσκαλοι και Γονέοι,

και  πρέπει να ΄ναι δίκαιοι,  άμεμπτοι και γενναίοι.

Πώς λειτουργεί μέχρι στιγμής, το Πρόγραμμα εκείνο,

με το «Μελίνα» μοναχά μπορώ να το συγκρίνω.

Πολλά γεννήκαν μέχρι εδά και θα γενούν κι ακόμη,

γιατί η ομάδα ειν΄ δυνατή κι έχει ψυχή και τόλμη.

Η τεχνική κατάρτιση, που είναι για ρεγάλο,

την έχουν οι Εκπαιδευτές, περίσσια δίχως άλλο.

Μα κι Εκπαιδευόμενοι κι αυτοί δεν πάνε πίσου,

Έχουνε γνώμη και φωνή και λόγο  να μιλήσου.

Οι χώροι, απού γίνονται τούτες οι συνεδρίες,

Θάλεγα είναι ιδανικοί, σ΄αυτές τις συγκυρίες.

Το μόνο που θελα να πω αδύνατο σημείο,

Δεν προλαβαίνω τον υιό, να πάρω απ΄το ωδείο.

Γι αυτό θέλω συνάδελφοι να μου τη συγχωρείτε,

την απουσία πέντε λεπτών στο τέλος σαν με δείτε,

να φεύγω, δεν την κοπανώ να πάω στ΄Ακρωτήρι,

πάω να πάρω το παιδί που ΄ναι στο φροντιστήρι.

Το εργαστήρι τέσσερα, στρατηγηκή ΄γεσία,

για μένα είχε νόημα πιότερο, και αξία .

Που ΄γινε στο Δημοτικό στης Αμπεριάς τα μέρη.

Κι η Χρύσα μας εμίλησε με όρεξη και θέρμη.

Κι αν τώρα το Σχολείο μου δεν έχει κυλικείο

Ίσως αργότερα διαβώ πόρτα σ΄ άλλο σχολείο.

……

Με βάση το συμβόλαιο, θα γράψω δυο αράδες,

ήτανε η υπόσχεση, απ’ τους Διευθυντάδες.

Βάση του οδηγού Σπουδών, το συνημμένο αρχείο,

να ιστορίσω προσπαθώ, να γράψω λόγια  δύο.

Κι  η Χρύσα μου μηνύτεψε, κι ‘πε μου να κατέχω,

ότι της άρεσε πολύ, το γράψιμο που έχω.

 

Μια και το ξεκινήσαμε, είπα να συνεχίσω,

με δεκαπεντασύλλαβο, να  τα εξιστορήσω.

Δυο λόγια γράφω από καρδιάς και  προϊκονομίζω,

βάσει του οδηγού σπουδών, όπως εγώ νομίζω.

Και  ξεκινάω τη λαλιά, με ξόμπλια και με παίνια,

π’ αρέσουνε σε όλους μας, μεγάλους και κοπέλια.

Στην πράξη προσπαθήσαμε, να δούμε στην πορεία,

πώς λειτουργούν όλα αυτά, που ήταν θεωρία.

Μιλήσαμε στο Σύλλογο, για Φιλαναγνωσία,

κι η πρώτη τάξη το ‘δενε, ως νέκταρ κι αμβροσία.

Κι οι αποφάσεις πάντοτε, ομόφωνα παρμένες,

μία γροθιά, μία καρδιά και νομικά δεμένες.

Συλλογική απόφαση, σε κάθε πρόβλημά μας,

και να συνεδριάζομε τιμή ‘ταν και χαρά μας.

Κάναμε  ένα project Πέμπτη και Έκτη τάξη,

κι είδαμε το ψηφιδωτό, πώς γίνεται στην πράξη.

Πέτυχε η εφαρμογή, κι όλοι φχαριστηθήκαν,

οι δάσκαλοι και τα παιδιά άφωνους μας αφήκαν.

Μετείχανε και τα παιδιά, εις την απόφασή μας,

κι είχανε λόγο και φωνή, εις τη συνάντησή μας.

 

Και καταλήξαμε μαζί, σχέδιο με πλακάκια,

ένα καράβι με πανιά, από τα χωραφάκια.

Και συζητούσαμε πολύ ανεξαρτήτως κόπου,

με στόχο την οργάνωση του σχολικού μας τόπου.

Για καθ’ αυτό το πρόγραμμα, σας ε γυρίζω πίσω,

κι όσα καλά περάσαμε, να σας εξιστορίσω.

Στην πρώτη τη συνάντηση, πέρα στα περιβόλια,

είχανε ανεμαζωχτεί, όλα τα δικολόγια.

Η Ελένη, οι Νικολήδες μας, η Αθηνά, η Χρύσα,

όλους τους επιμορφωτές, τα μάθια μου αντικρίσα.

Για ενεργούς Διευθυντές, άκουγα και για πάθη,

και είπα από μέσα μου, κράτα μικιό καλάθι.

Μα πάλι συλλογίστηκα, κάτι καλό συμβαίνει,

χωρίς φωθιά, ποτέ καπνός, αμοναχός δε βγαίνει.

Καλά περάσαμ’ όλοι μας και πλούσα ήταν όλα,

στο πρώτο Κουνουπιδιανών, του Δόβρου του Νικόλα.

Στο όγδοο βρεθήκαμε και δώσαμε τα χέρια,

κι αναθιβάλαμε ξανά, για τα παλιά λιμέρια.

[Για όσους δε το γνώρισαν και για την ιστορία,

εκεί περαματίστηκε, το πρόγραμμα Μελίνα.   (περαματίζω = ξομπλιάζω)

Της Ευγενίας το Σκολειό, π’ ανθεί και λουλουδίζει,

κάποτε υποδεχότανε, το Νίκο τον Παΐζη.

Τον Πατεράκη εικαστικό, μ’ αηδό τον Τζινευράκη

κι είχενε για Διευθυντή, τον Παπαδογιωργάκη.]

Του αυταρχικού Διευθυντή, τότε το ρόλο πήρα,

το μεσημέρι άστρα στη γη, κείνη την ώρα είδα.

 

Του Φλεβαριού τσι δεκοχτώ, το diigo τι σημαίνει,

μας ξενάγησ’ η Χαρά, σ’ όλη την οικουμένη.

Λίγα ‘ταν τα κατάλαβα, φταίξιμο τ’ απατού μου,

γιατί εκείνη τη βραδιά, είχα αλλού το νου μου.

Για περιβάλλον μάθησης, θα σας μιλήσω τώρα,

να βγάλω στο διαδίκτυο, τα άπλυτα στη φόρα.

Να ενδιαφερθώ, ν’  ασχοληθώ, χρόνο να χαλαλίσω,

σε ξένο κόσμο άγνωστο, για μια στιγμή να ζήσω.

Όφου πως γύρισ’ ο καιρός και η ζωή το φέρνει,

κι ανοίγει το διαδίκτυο, σαν Ύδρα  εις τη Λέρνη.

[…]

Το diigo δεν κατάλαβα και θέλω να ‘μαι ντόμπρος,

τι κι ανέ το προσπάθησε κι ο Νικολής ο Δόβρος.

Μάνα μου e-κουζουλάθηκα, το diigo   και το diigo,

την πόρτα δεν την e-βρισκα, να σηκωθώ να figo.

[…]

Κι ήτανε να βρεθούμε  εκεί, στση Χρύσας το Σχολείο,

στου Μάρτη εις τσι δεκατρείς, η ομάδα δράσης δύο.

Ξεφάντωμα αποκριάς, όλος ο κόσμος έχει,

κι η ομάδα των Διευθυντών, να μορφωθεί ξετρέχει.

 

Κάθομαι και στοχάζομαι, αντί να βάλω μάσκα,

πάλι καλά, δεν ήτανε, η μέρα αυτή του Πάσχα.

[…]

Στην Αμπεριά επήγαμε, Θε μου και πού τα βρίσκει,

και τράταρέ μας με γλυκά, ωσάν γάμου κανίσκι.

Όντεν εξεκινήσαμε, δα να ΄μαστε τριάντα,

κι εδά πομείναμε οι μισοί, μα δε κατέχω γιάντα.

Κάποιες αλήθειες κρύβονται, εις τα λεγόμενά μου,

μόνο μην παρεξηγηθούν και βρω και τον μπελά μου.

Υπουργικό συμβούλιο, οι τρεις τους ξεκινήσαν,

για ολικής ποιότητας, κουλτούρα εμιλήσαν.

Μίλησαν για Διευθυντές, μελλοντικά ταλέντα,

το ρόλο των δασκάλων μας, τον στείλαν στην καλένδα.

Το πώς εφτάσαμε εδώ, οι δάσκαλοι δε φταίνε,

δάκρυα κροκοδείλια, που όπου κι αν πέσουν καίνε.

Αν κοίταζαν τον άνθρωπο, μέσα στα υπουργεία,

δε θα μας άφηναν κενά, στα σπίτια τα ταμεία.

Και η Ελπίδα ύψωσε, πολύ ψηλά τον τόνο,

βλέποντας στα σχολεία μας, κιτία παραπόνων.

 

Πελάτη βλέπουν το παιδί και το γονιό πελάτη,

Και το σκολειό επιχείρηση, βλέπει η κερά του Μπράτη (Στην εκπαιδευτική τεχνική  παιχνίδι ρόλου !!!).

Η κοινωνία αφεντικό και μεις οι υπηρέτες,

τώρα ξαναγυρίζουνε, οι δούλοι κι οι αφέντες.

Εμπιστοσύνη σεβασμός, αξίες εκλιπόντων

και όμως είναι ένδειξη, Συλλόγου Διδασκόντων.

Όπου περνούν ξωπίσω τους,  τριάντα να φυτρώνουν,

οι ηγέτες οι δυναμικοί και τα θεριά μερώνουν.

Θεωρείται αυτονόητο, κυρίαρχο μοντέλο,

του ηγέτη του Διευθυντή, του βγάζεις το καπέλο.

Να είναι προνοητικός , χωρίς συμφέρον να ‘χει,

εύστροφος και ειλικρινής, όποτε κι αν του λάχει.

Ηγέτες που δεν είχανε, ποτέ στον ήλιο μοίρα,

μπαίνουνε και χωρίζουνε , το στάρι από την ίρα.

Ο ηγέτης ο πραγματικός, σα στέκει και λογιάζει,

το κόστος το προσωπικό, ποτέ δε λογαριάζει.

Για ενεργούς Διευθυντές, που παίρνουνε το βάρος,

και πρέπει να ‘χουνε καρδιά, μα και περίσσιο θάρρος.

Το πλάνο πετυχαίνουνε, ανεξαρτήτως κόστους,

σαν τους τυφλούς που ψάχνουνε, παντοτινά το φως τους.

Ένας ηγέτης άξιος, τα λέει τσεκουράτα,

σοφά είναι τα έργα του, τα λόγια του σταράτα.

[…]

Άστονε λέω τον καιρό κι ας προπατεί κι ας πιαίνει,

κι αν  ειν’ ηγέτης   ικανός, κανείς δεν τον(ε) στένει.

Πρέπει να ξεκινήσουμε,  με όραμα κι ελπίδα,

για να υπηρετήσομε, αυτή την κοινωνία.

Ηγέτες να ‘μαστε παιδιά, μα επί της ουσίας,

για να μην καταντήσομε, πιόνια της εξουσίας.

Ο ηγέτης ο πραγματικός, πάντα ανοίγει δρόμους,

με τους δασκάλους προχωρεί και δεν τσ’ αφήνει μόνους.

Από σχολή διοίκησης, τον θεν διορισμένο,

έτσι θα είν διευθυντές, στ’ απώτερο το μέλλον.

Έχει αυτεκτίμηση, κι ειν’ καταξιωμένος,

σαν έρθουνε τα δύσκολα, φαίνετ’ ο αντρειωμένος.

Ο ηγέτης ο πραγματικός, έχει να καμαρώνει,

καλλιεργεί και σπέρνει εκεί, που γι άλλους δε φυτρώνει.

Δυό πόρτες έχει η ζωή, μια ‘νοίγει και μια κλείνει,

ηγέτες ξέρομε πολλούς,  μ’ άνθρωποι ήταν λίγοι.

Να θέτομε τα όρια, να βάζομε τους στόχους,

χωρίς να το ξεχάσομε, πως κάνομε μ’ ανθρώπους.

Ο άνθρωπος προέρχεται, από το άνω θρώσκει,

ακόμα κι αν είναι βοσκός, τα πρόβατα και βόσκει.

Να ‘μαστ’ ηγέτες  να ‘μαστε, μα να ‘μαστε κι Ανθρώποι,

κι ας μας (ε) κατατρέχουνε, λογιών-λογιών, οι κόποι.

 

Η εξουσία κι η χαρά, σκορπίζουνε και πάνε,

πρέπει ο ηγέτης Άνθρωπος, εν κατακλείδι να ‘ναι.

 

Υ.Γ.

Αυτά ‘ταν για το πρόγραμμα, βιώσιμ’ ηγεσία,

όπως εγώ τα βίωσα, το δύο δεκατρία.

Τα λόγια τούτα από καρδιάς, γραμμένα με μεράκι,

πεσκέσι στσ’ επιμορφωτές, από τον Πατεράκη.