«Το όνειρο …του δασκάλου: Από την επιθυμία του ατόμου στη συλλογική απόφαση και την εκπαιδευτική πράξη»

Νίκος Γκερτσάκης,  Διευθυντής 4ου Δ. Σχ.Χανίων – Μέλος Ομάδας Δράσης του «Συμμετέχω-Είμαι Ενεργός/ή»

 

 «Το όνειρο …του δασκάλου: Από την επιθυμία του ατόμου στη συλλογική απόφαση και την εκπαιδευτική πράξη»

Θέμα της εισήγησης αυτής είναι ο Σύλλογος Διδασκόντων ως το πεδίο, όπου επιθυμίες – επιδιώξεις του ατόμου μετουσιώνονται σε συλλογικές αποφάσεις και τελικά σε εκπαιδευτικό έργο. Η λήψη απόφασης για τη γιορτή της λήξης των μαθημάτων αποτελεί τη μελέτη περίπτωσης, το όχημα, με το οποίο θα γίνει προσπάθεια, βιώματα όλων μας να συνδεθούν με το θεωρητικό πλαίσιο. Οι συνάδελφοι που συμμετείχαν στις συναντήσεις μας γνωρίζουν πολύ καλά ότι η παράθεση θεωριών δεν ήταν ποτέ ο στόχος.

Λίγα λόγια για την περίπτωσή μας: ένας εκπαιδευτικός εκμυστηρεύεται (με μεγάλη συστολή) στο διευθυντή, ότι επιθυμεί να ανεβάσει ένα θεατρικό έργο, γραμμένο από τον ίδιο και τους τότε μαθητές του, πριν από μια δεκαετία (και βάλε). Θα ήθελε αυτό το έργο να είναι και το κεντρικό θέμα της γιορτής λήξης του Σχολείου. Ο διευθυντής στο μυαλό του έχει τα εξής δεδομένα:

  • Ο εκπαιδευτικός δεν μπορεί να αναλάβει μόνος του το εγχείρημα γιατί το project απαιτεί τη συμμετοχή και άλλων εκπαιδευτικών.
  • Στη γιορτή λήξης επιθυμητό είναι να συμμετέχουν, αν είναι δυνατό, όλοι.
  • Απαιτείται η χρήση υποδομών, έξω από το χώρο του Σχολείου (Δημοτικό θέατρο), κάτι που συνεπάγεται μετακίνηση μαθητών.
  • Το σχολείο δεν έχει πρόσφατη παράδοση στην οργάνωση τέτοιου μεγέθους εκδηλώσεων.

Για όλους αυτούς τους λόγους, ο διευθυντής αποφασίζει ότι πρέπει να αποφασίσει ο Σύλλογος Διδασκόντων.

Ο Σύλλογος Διδασκόντων λοιπόν είναι για το νομοθέτη ένα όργανο διοίκησης (Ν.1566/85, Π.Δ.201/98). Είναι λοιπόν όργανο λήψης αποφάσεων. Δεν είναι παρέα συναδέλφων. Δεν είναι η βουβή αυλή ενός δεσποτικού Διευθυντή. Συζητά μόνο θέματα, για τα οποία ο νομοθέτης έχει δώσει αρμοδιότητα (δεν μπορούμε να  λάβουμε απόφαση για το αν υπάρχει ζωή στο διάστημα). Συγχέουμε πολλές φορές τη Γενική Συνέλευση του συνδικαλιστικού Συλλόγου μας με το Σύλλογο Διδασκόντων. Για τις ανάγκες όμως της εισήγησης υιοθετούμε την παραδοχή, ότι έχουμε ένα Σύλλογο, που αποφεύγει τις ακρότητες: δεν είναι ούτε ένα άβουλο όργανο που απλώς επικυρώνει της άνωθεν επιβεβλημένες αποφάσεις, ούτε μια μάζωξη που αποφασίζει (ή μάλλον πιστεύει ότι αποφασίζει) επί παντός επιστητού. Έχουμε έναν συνειδητοποιημένο Σύλλογο, ένα δημοκρατικό όργανο λήψης αποφάσεων.

Αφού ορίσαμε το Σύλλογο μας και αποκλείσαμε τις ακραίες περιπτώσεις (αυτό στις ομιλίες, σε αντίθεση με τη ζωή, είναι σχετικά εύκολο), θα ήθελα να σας θυμίσω έναν άξονα λειτουργίας της ομάδας: τον άξονα αυτονομίας – αλληλεξάρτησης.

Αυτονομία – η ανάγκη να διατηρούμε την δική μας αυτόνομη πορεία ανάπτυξης και τον προσωπικό μας χώρο σε σχέση με την:

Αλληλεξάρτηση – η ανάγκη να ανήκουμε, να μοιάζουμε με τους άλλους να συλλειτουργούμε, να καλλιεργούμε ομαδικό πνεύμα

Καλώ λοιπόν όλους μας να  σκεφτούμε, ο καθένας το δικό του σύλλογο διδασκόντων, μέσα από το δίπολο άτομο – ομάδα.

Για να είμαι ειλικρινής, όταν ανέλαβα  διεύθυνση Σχολείου, όπου άτομο έβαζα τον εαυτό μου και όπου ομάδα τους συναδέλφους. Η αγωνία μου για το πώς θα διαχειριστώ αυτό το πράγμα που λέγεται Σύλλογος, μου επέβαλε αυτή τη δικαιολογημένη μεν, αλλά μονοδιάστατη και –παραδέχομαι- λανθασμένη αντίληψη:

άτομο = εγώ, ομάδα = οι άλλοι.

Σε αυτό το σημείο – για βοήθεια- θα προσθέσουμε και λίγη θεωρία  [Θεωρία του Αυτοπροσδιορισμού-Self Determination Theory]:

Η υγιής ανάπτυξη και λειτουργία στηρίζονται στην κάλυψη των βασικών ψυχολογικών αναγκών, οι οποίες είναι εσωτερικές και πανανθρώπινες. Δηλαδή, οι βασικές ψυχολογικές ανάγκες αποτελούν αναπόσπαστη διάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης, ανεξαρτήτως φύλου, κοινωνικής τάξης και πολιτισμού. Όταν οι ανάγκες αυτές ικανοποιούνται, το άτομο θα λειτουργεί αποτελεσματικά και θα αναπτύσσεται κατά τρόπο υγιή. Αντίθετα, όταν δεν καλύπτονται οι ανάγκες αυτές, θα λειτουργεί προβληματικά.

Αυτές οι τόσο σημαντικές, βασικές ψυχολογικές ανάγκες είναι τρείς (Ryan & Deci, 2002):

  • Η ανάγκη για αίσθηση Αυτονομίας (Autonomy), η οποία αναφέρεται στην ανάγκη του ατόμου να είναι η πηγή της συμπεριφοράς του και να επιτυγχάνει ισορροπία ανάμεσα στη δραστηριότητα και την αίσθηση του εαυτού.
  • Η ανάγκη για αίσθηση Ικανότητας (Competence), η οποία αναφέρεται στην ανάγκη του ατόμου να επιδρά στο περιβάλλον του και να επιτυγχάνει τα επιθυμητά αποτελέσματα.
  • Η ανάγκη για αίσθηση του Σχετίζεσθαι (Relatedness), δηλαδή η αίσθηση ότι το άτομο – ισότιμα- ανήκει σε μια ομάδα.

Αν ξεπεράσουμε την εγωκεντρική θεώρηση των πραγμάτων, όλα τα παραπάνω, που σαφώς ισχύουν για το άτομό μας, ισχύουν και για όλους τους άλλους. Από την αντίληψη «άτομο = εγώ, ομάδα = οι άλλοι» περνάμε στην αντίληψη

«άτομο = ο καθένας μας, ομάδα = όλοι μας».

Ξαναγυρνώντας στην περίπτωσή μας, έχουμε έναν εκπαιδευτικό που επιδιώκει την κάλυψη της ανάγκης της αυτονομίας, μέσα από την επίδειξη ικανότητας, με σκοπό την εξασφάλιση της ισότιμης συμμετοχής στην ομάδα. Το σχήμα μας λοιπόν μετασχηματίζεται:

«άτομο = ο καινοτόμος εκπαιδευτικός, ομάδα = Σύλλογος Διδασκόντων».

Και ο διευθυντής; Που είναι η θέση του διευθυντή στο παραπάνω σχήμα;

Ο διευθυντής έχει τους προβληματισμούς του, καθώς έχει πάρει πολύ στα σοβαρά τις παραπάνω θεωρητικές παραδοχές. Αν ο ίδιος εισηγηθεί την πρόταση ή την συνυποβάλλει στο Σύλλογο, υπάρχει ο κίνδυνος να θεωρηθεί ως προσπάθεια επιβολής μιας άνωθεν προειλημμένης απόφασης ή ακόμα χειρότερα –επειδή οι μέρες είναι πονηρές- να εκληφθεί η πρόταση ως κομμάτι ενός σκοτεινού σχεδίου αξιολόγησης  – χειραγώγησης των εκπαιδευτικών («Τι του ήρθε στα καλά καθούμενα και θέλει να κάνουμε γιορτές και φανφάρες»). Και μην ξεχνάμε ότι θα αδικούσε και την προσπάθεια του συναδέλφου.

Χωρίς να θέλω να πλατειάσω με θεωρίες κοινωνικής ψυχολογίας για τη λήψη  απόφασης εντός ομάδων (Van Avermaet, 2007), επιγραμματικά θα αναφέρω ότι αν το θέμα τεθεί, άμεσα και «στεγνά», στο Σύλλογο και υποθέτοντας ότι η πλειονότητα είναι θετικά διακείμενη τα αποτελέσματα –πιθανώς- θα είναι αυτά:

Πίεση πλειονότητας àενδοτικότητα (άμεση, δημόσια, προσωρινή, παθητική αποδοχή)

Υπάρχει και η περίπτωση μια καλά συγκροτημένη μειονότητα με σταθερή, αλλά και ευέλικτη στάση να επιτύχει αυτά τα αποτελέσματα:

Πίεση μειονότητας à μεταστροφή (έμμεση, με χρονική καθυστέρηση, ιδιωτική, μόνιμη αποδοχή)

Όμως σε ένα Σύλλογο εκπαιδευτικών δε θέλουμε νικητές και ηττημένους. Ας σεβαστούμε τις βασικές ψυχολογικές ανάγκες των μελών του Συλλόγου μας και ας ανατρέξουμε στη μεθοδολογία εργασίας των ομάδων μας κατά τη διάρκεια των συναντήσεών μας.

Στην περίπτωσή μας λοιπόν το θέμα δεν τέθηκε απευθείας στο Σύλλογο, αλλά ο εκπαιδευτικός, αυτόνομα, χωρίς την παρέμβαση του διευθυντή παρουσίασε την πρότασή του σε κάθε ένα μέλος του Συλλόγου ξεχωριστά. Κάποιοι ενθουσιάστηκαν, κάποιοι, απλά συμφώνησαν, ένας δε δέχτηκε να συμμετέχει. Όταν το θέμα τέθηκε στην ολομέλεια το ζητούμενο δεν ήταν η ομόφωνη απόφαση, αλλά η δημιουργία ενός κλίματος, ενός πλαισίου, όπου ο καθένας θα συμμετείχε στο συλλογικό έργο, διατηρώντας την αυτονομία του, έχοντας την ευκαιρία να δείξει τις ικανότητές του, ανήκοντας ισότιμα στην ομάδα. Στον εκπαιδευτικό που δε συμφώνησε δεν επιβλήθηκε η συμμετοχή. Όλοι συμφώνησαν (στο πρακτικό), αλλά ο καθένας αποφάσισε αυτόνομα το βαθμό εμπλοκής του στο εγχείρημα. Τελικά, το θεατρικό έργο παρουσιάστηκε με επιτυχία.

Η εισήγηση αυτή κλείνει με μια γενικότερη διαπίστωση: όσο δυνατές και αν είναι οι θεωρίες, πρέπει ο καθένας μας να κάνει τα προσωπικά του βήματα, να δώσει τον προσωπικό του αγώνα, για να πετύχει την αυτοπραγμάτωση μέσα στην ομάδα (οικογένεια, συνάδελφοι, κοινωνία. Οι συνάδελφοι που συμμετείχαν στο πρόγραμμα «Συμμετέχω, είμαι ενεργός» έδειξαν έμπρακτα πως είναι διατεθειμένοι να δώσουν αυτόν τον προσωπικό αγώνα.

 

Βιβλιογραφία

Ryan, R. M., & Deci, E. L. (2002). An overview of self-determination theory: An organismic-dialectical perspective. In E. L. Deci & R. M. Ryan (Editors.), Handbook of self-determination research. Rochester,NY: University of Rochester, 3-33.

Van Avermaet, E. (2007). Κοινωνική επίδραση σε μικρές ομάδες. Στο M. Hewstone & Stroebe, W. (Eds) Εισαγωγή στην Κοινωνική Ψυχολογία. Αθήνα: Παπαζήση, σελ. 549-597.

Νίκος Γκερτσάκης,  Διευθυντής 4ου Δ. Σχ.Χανίων – Μέλος Ομάδας Δράσης του «Συμμετέχω-Είμαι Ενεργός/ή»

 

 «Το όνειρο …του δασκάλου: Από την επιθυμία του ατόμου στη συλλογική απόφαση και την εκπαιδευτική πράξη»

Θέμα της εισήγησης αυτής είναι ο Σύλλογος Διδασκόντων ως το πεδίο, όπου επιθυμίες – επιδιώξεις του ατόμου μετουσιώνονται σε συλλογικές αποφάσεις και τελικά σε εκπαιδευτικό έργο. Η λήψη απόφασης για τη γιορτή της λήξης των μαθημάτων αποτελεί τη μελέτη περίπτωσης, το όχημα, με το οποίο θα γίνει προσπάθεια, βιώματα όλων μας να συνδεθούν με το θεωρητικό πλαίσιο. Οι συνάδελφοι που συμμετείχαν στις συναντήσεις μας γνωρίζουν πολύ καλά ότι η παράθεση θεωριών δεν ήταν ποτέ ο στόχος.

Λίγα λόγια για την περίπτωσή μας: ένας εκπαιδευτικός εκμυστηρεύεται (με μεγάλη συστολή) στο διευθυντή, ότι επιθυμεί να ανεβάσει ένα θεατρικό έργο, γραμμένο από τον ίδιο και τους τότε μαθητές του, πριν από μια δεκαετία (και βάλε). Θα ήθελε αυτό το έργο να είναι και το κεντρικό θέμα της γιορτής λήξης του Σχολείου. Ο διευθυντής στο μυαλό του έχει τα εξής δεδομένα:

  • Ο εκπαιδευτικός δεν μπορεί να αναλάβει μόνος του το εγχείρημα γιατί το project απαιτεί τη συμμετοχή και άλλων εκπαιδευτικών.
  • Στη γιορτή λήξης επιθυμητό είναι να συμμετέχουν, αν είναι δυνατό, όλοι.
  • Απαιτείται η χρήση υποδομών, έξω από το χώρο του Σχολείου (Δημοτικό θέατρο), κάτι που συνεπάγεται μετακίνηση μαθητών.
  • Το σχολείο δεν έχει πρόσφατη παράδοση στην οργάνωση τέτοιου μεγέθους εκδηλώσεων.

Για όλους αυτούς τους λόγους, ο διευθυντής αποφασίζει ότι πρέπει να αποφασίσει ο Σύλλογος Διδασκόντων.

Ο Σύλλογος Διδασκόντων λοιπόν είναι για το νομοθέτη ένα όργανο διοίκησης (Ν.1566/85, Π.Δ.201/98). Είναι λοιπόν όργανο λήψης αποφάσεων. Δεν είναι παρέα συναδέλφων. Δεν είναι η βουβή αυλή ενός δεσποτικού Διευθυντή. Συζητά μόνο θέματα, για τα οποία ο νομοθέτης έχει δώσει αρμοδιότητα (δεν μπορούμε να  λάβουμε απόφαση για το αν υπάρχει ζωή στο διάστημα). Συγχέουμε πολλές φορές τη Γενική Συνέλευση του συνδικαλιστικού Συλλόγου μας με το Σύλλογο Διδασκόντων. Για τις ανάγκες όμως της εισήγησης υιοθετούμε την παραδοχή, ότι έχουμε ένα Σύλλογο, που αποφεύγει τις ακρότητες: δεν είναι ούτε ένα άβουλο όργανο που απλώς επικυρώνει της άνωθεν επιβεβλημένες αποφάσεις, ούτε μια μάζωξη που αποφασίζει (ή μάλλον πιστεύει ότι αποφασίζει) επί παντός επιστητού. Έχουμε έναν συνειδητοποιημένο Σύλλογο, ένα δημοκρατικό όργανο λήψης αποφάσεων.

Αφού ορίσαμε το Σύλλογο μας και αποκλείσαμε τις ακραίες περιπτώσεις (αυτό στις ομιλίες, σε αντίθεση με τη ζωή, είναι σχετικά εύκολο), θα ήθελα να σας θυμίσω έναν άξονα λειτουργίας της ομάδας: τον άξονα αυτονομίας – αλληλεξάρτησης.

Αυτονομία – η ανάγκη να διατηρούμε την δική μας αυτόνομη πορεία ανάπτυξης και τον προσωπικό μας χώρο σε σχέση με την:

Αλληλεξάρτηση – η ανάγκη να ανήκουμε, να μοιάζουμε με τους άλλους να συλλειτουργούμε, να καλλιεργούμε ομαδικό πνεύμα

Καλώ λοιπόν όλους μας να  σκεφτούμε, ο καθένας το δικό του σύλλογο διδασκόντων, μέσα από το δίπολο άτομο – ομάδα.

Για να είμαι ειλικρινής, όταν ανέλαβα  διεύθυνση Σχολείου, όπου άτομο έβαζα τον εαυτό μου και όπου ομάδα τους συναδέλφους. Η αγωνία μου για το πώς θα διαχειριστώ αυτό το πράγμα που λέγεται Σύλλογος, μου επέβαλε αυτή τη δικαιολογημένη μεν, αλλά μονοδιάστατη και –παραδέχομαι- λανθασμένη αντίληψη:

άτομο = εγώ, ομάδα = οι άλλοι.

Σε αυτό το σημείο – για βοήθεια- θα προσθέσουμε και λίγη θεωρία  [Θεωρία του Αυτοπροσδιορισμού-Self Determination Theory]:

Η υγιής ανάπτυξη και λειτουργία στηρίζονται στην κάλυψη των βασικών ψυχολογικών αναγκών, οι οποίες είναι εσωτερικές και πανανθρώπινες. Δηλαδή, οι βασικές ψυχολογικές ανάγκες αποτελούν αναπόσπαστη διάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης, ανεξαρτήτως φύλου, κοινωνικής τάξης και πολιτισμού. Όταν οι ανάγκες αυτές ικανοποιούνται, το άτομο θα λειτουργεί αποτελεσματικά και θα αναπτύσσεται κατά τρόπο υγιή. Αντίθετα, όταν δεν καλύπτονται οι ανάγκες αυτές, θα λειτουργεί προβληματικά.

Αυτές οι τόσο σημαντικές, βασικές ψυχολογικές ανάγκες είναι τρείς (Ryan & Deci, 2002):

  • Η ανάγκη για αίσθηση Αυτονομίας (Autonomy), η οποία αναφέρεται στην ανάγκη του ατόμου να είναι η πηγή της συμπεριφοράς του και να επιτυγχάνει ισορροπία ανάμεσα στη δραστηριότητα και την αίσθηση του εαυτού.
  • Η ανάγκη για αίσθηση Ικανότητας (Competence), η οποία αναφέρεται στην ανάγκη του ατόμου να επιδρά στο περιβάλλον του και να επιτυγχάνει τα επιθυμητά αποτελέσματα.
  • Η ανάγκη για αίσθηση του Σχετίζεσθαι (Relatedness), δηλαδή η αίσθηση ότι το άτομο – ισότιμα- ανήκει σε μια ομάδα.

Αν ξεπεράσουμε την εγωκεντρική θεώρηση των πραγμάτων, όλα τα παραπάνω, που σαφώς ισχύουν για το άτομό μας, ισχύουν και για όλους τους άλλους. Από την αντίληψη «άτομο = εγώ, ομάδα = οι άλλοι» περνάμε στην αντίληψη

«άτομο = ο καθένας μας, ομάδα = όλοι μας».

Ξαναγυρνώντας στην περίπτωσή μας, έχουμε έναν εκπαιδευτικό που επιδιώκει την κάλυψη της ανάγκης της αυτονομίας, μέσα από την επίδειξη ικανότητας, με σκοπό την εξασφάλιση της ισότιμης συμμετοχής στην ομάδα. Το σχήμα μας λοιπόν μετασχηματίζεται:

«άτομο = ο καινοτόμος εκπαιδευτικός, ομάδα = Σύλλογος Διδασκόντων».

Και ο διευθυντής; Που είναι η θέση του διευθυντή στο παραπάνω σχήμα;

Ο διευθυντής έχει τους προβληματισμούς του, καθώς έχει πάρει πολύ στα σοβαρά τις παραπάνω θεωρητικές παραδοχές. Αν ο ίδιος εισηγηθεί την πρόταση ή την συνυποβάλλει στο Σύλλογο, υπάρχει ο κίνδυνος να θεωρηθεί ως προσπάθεια επιβολής μιας άνωθεν προειλημμένης απόφασης ή ακόμα χειρότερα –επειδή οι μέρες είναι πονηρές- να εκληφθεί η πρόταση ως κομμάτι ενός σκοτεινού σχεδίου αξιολόγησης  – χειραγώγησης των εκπαιδευτικών («Τι του ήρθε στα καλά καθούμενα και θέλει να κάνουμε γιορτές και φανφάρες»). Και μην ξεχνάμε ότι θα αδικούσε και την προσπάθεια του συναδέλφου.

Χωρίς να θέλω να πλατειάσω με θεωρίες κοινωνικής ψυχολογίας για τη λήψη  απόφασης εντός ομάδων (Van Avermaet, 2007), επιγραμματικά θα αναφέρω ότι αν το θέμα τεθεί, άμεσα και «στεγνά», στο Σύλλογο και υποθέτοντας ότι η πλειονότητα είναι θετικά διακείμενη τα αποτελέσματα –πιθανώς- θα είναι αυτά:

Πίεση πλειονότητας àενδοτικότητα (άμεση, δημόσια, προσωρινή, παθητική αποδοχή)

Υπάρχει και η περίπτωση μια καλά συγκροτημένη μειονότητα με σταθερή, αλλά και ευέλικτη στάση να επιτύχει αυτά τα αποτελέσματα:

Πίεση μειονότητας à μεταστροφή (έμμεση, με χρονική καθυστέρηση, ιδιωτική, μόνιμη αποδοχή)

Όμως σε ένα Σύλλογο εκπαιδευτικών δε θέλουμε νικητές και ηττημένους. Ας σεβαστούμε τις βασικές ψυχολογικές ανάγκες των μελών του Συλλόγου μας και ας ανατρέξουμε στη μεθοδολογία εργασίας των ομάδων μας κατά τη διάρκεια των συναντήσεών μας.

Στην περίπτωσή μας λοιπόν το θέμα δεν τέθηκε απευθείας στο Σύλλογο, αλλά ο εκπαιδευτικός, αυτόνομα, χωρίς την παρέμβαση του διευθυντή παρουσίασε την πρότασή του σε κάθε ένα μέλος του Συλλόγου ξεχωριστά. Κάποιοι ενθουσιάστηκαν, κάποιοι, απλά συμφώνησαν, ένας δε δέχτηκε να συμμετέχει. Όταν το θέμα τέθηκε στην ολομέλεια το ζητούμενο δεν ήταν η ομόφωνη απόφαση, αλλά η δημιουργία ενός κλίματος, ενός πλαισίου, όπου ο καθένας θα συμμετείχε στο συλλογικό έργο, διατηρώντας την αυτονομία του, έχοντας την ευκαιρία να δείξει τις ικανότητές του, ανήκοντας ισότιμα στην ομάδα. Στον εκπαιδευτικό που δε συμφώνησε δεν επιβλήθηκε η συμμετοχή. Όλοι συμφώνησαν (στο πρακτικό), αλλά ο καθένας αποφάσισε αυτόνομα το βαθμό εμπλοκής του στο εγχείρημα. Τελικά, το θεατρικό έργο παρουσιάστηκε με επιτυχία.

Η εισήγηση αυτή κλείνει με μια γενικότερη διαπίστωση: όσο δυνατές και αν είναι οι θεωρίες, πρέπει ο καθένας μας να κάνει τα προσωπικά του βήματα, να δώσει τον προσωπικό του αγώνα, για να πετύχει την αυτοπραγμάτωση μέσα στην ομάδα (οικογένεια, συνάδελφοι, κοινωνία. Οι συνάδελφοι που συμμετείχαν στο πρόγραμμα «Συμμετέχω, είμαι ενεργός» έδειξαν έμπρακτα πως είναι διατεθειμένοι να δώσουν αυτόν τον προσωπικό αγώνα.

 

Βιβλιογραφία

Ryan, R. M., & Deci, E. L. (2002). An overview of self-determination theory: An organismic-dialectical perspective. In E. L. Deci & R. M. Ryan (Editors.), Handbook of self-determination research. Rochester,NY: University of Rochester, 3-33.

Van Avermaet, E. (2007). Κοινωνική επίδραση σε μικρές ομάδες. Στο M. Hewstone & Stroebe, W. (Eds) Εισαγωγή στην Κοινωνική Ψυχολογία. Αθήνα: Παπαζήση, σελ. 549-597.