Η εκπαίδευση και το ανθρώπινο και κοινωνικό κεφάλαιο ως παράγοντες που συντελούν στην αποτελεσματικότητα του ανθρώπινου δυναμικού και στην ανάπτυξη της τοπικής κοινωνίας.

Αναστασία Αθανασούλα – Ρέππα, Καθηγήτρια Σύμβουλος ΕΑΠ, καθηγήτρια ΑΣΠΑΙΤΕ

Μαρία Ηλιοφώτου, Πανεπιστήμιο Κύπρου

Παναγιώτης Γιαβρίμης, Πανεπιστήμιο Αιγαίου

 

Περίληψη

Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι η διερεύνηση της σημασίας της εκπαίδευσης και του ανθρώπινου και κοινωνικού κεφαλαίου ως παραγόντων τοπικής ανάπτυξης και αποτελεσματικότητας στη δια βίου μάθηση του ανθρώπινου δυναμικού. Μέσα από βιβλιογραφική επισκόπηση παρουσιάζεται αρχικά η θεωρία του ανθρώπινου κεφαλαίου και στη συνέχεια διερευνάται η βασική υπόθεση ότι η επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό επιφέρει όχι μόνο οικονομικά αλλά και άλλα οφέλη στα άτομα αλλά και στην ίδια την κοινωνία. Συνδέεται το ανθρώπινο με το ατομικό και κοινωνικό κεφάλαιο και τονίζεται ιδιαίτερα ο ρόλος τους στην αποτελεσματικότητα του ανθρώπινου δυναμικού και της τοπικής ανάπτυξης. Από τη βιβλιογραφική επισκόπηση διαφάνηκε ότι, παρά τις κριτικές που ασκούνται, υπάρχει θετική συσχέτιση μεταξύ του ανθρώπινου, ατομικού και κοινωνικού κεφαλαίου και της δια βίου μάθησης και εκπαίδευσης ενηλίκων (ανθρώπινου δυναμικού). Αυτή η θετική συσχέτιση του ανθρώπινου και κοινωνικού κεφαλαίου με τη δια βίου μάθηση και εκπαίδευση ενηλίκων οδηγεί και στην προαγωγή της προσωπικής, τοπικής και κοινωνικής ανάπτυξης.

Λέξεις κλειδιά: Ανθρώπινο, ατομικό και κοινωνικό κεφάλαιο, δια βίου μάθηση, εκπαίδευση ενηλίκων, ανθρώπινο δυναμικό, τοπική ανάπτυξη.

Abstract

The purpose of this work was to highlight the importance of education and of the human and social capital as agents of local development and efficiency in lifelong learning of human resources. The literature review presented the theory of human capital and then investigated the basic assumption that investing in human capital brings not only financial but also non-financial benefits to individuals and to society itself. It connects the human individual and social capital and particularly underlines their role in the effectiveness of human resources and local development. In conclusion, it became clear that despite the criticism, there is a positive correlation between human, individual and social capital and life-long learning and adult education (human resources) that promotes personal, local and social development.

Key words: human, individual and social capital, life-long learning, adult education, human resources, local development

 

Εισαγωγή

Η εκπαίδευση αποτελεί το βασικό θεσμικό μηχανισμό παραγωγής, συσσώρευσης και διάχυσης γνώσεων, δεξιοτήτων, ικανοτήτων και στάσεων, και έχει πολυδιάστατες εκπαιδευτικές, οικονομικές, πολιτισμικές, κοινωνικές και πολιτικές λειτουργίες με παροχή οφελών σε όλα τα υποκείμενα της οικονομίας (άτομα, οικογένειες, οργανισμούς, τοπική κοινωνία και κράτος) (Ρέππα & Βασιλάκης, 2015). Ειδικότερα δε η εκπαίδευση ενηλίκων και η δια βίου μάθηση διαθέτουν μια τρισδιάστατη πτυχή που τη συνθέτουν: α) η οικονομική πρόοδος και ανάπτυξη- η οποία αντιπροσωπεύει την έννοια του ανθρώπινου κεφαλαίου, β) η προσωπική εξέλιξη και ολοκλήρωση – που συνιστά ατομικό κεφάλαιο – και γ) η κοινωνική ένταξη και εκδημοκρατισμός που παραπέμπουν στο κοινωνικό κεφάλαιο και στην τοπική και κοινωνική ανάπτυξη (Πανιτσίδου, 2013). Τη σχέση μεταξύ όλων τούτων των παραγόντων θα αναπτύξουμε στη συνέχεια ξεκινώντας από τη θεωρία του ανθρώπινου κεφαλαίου.

Η θεωρία του ανθρώπινου κεφαλαίου και η δια βίου μάθηση.

Η θεωρία του ανθρώπινου κεφαλαίου στηρίζεται στην άποψη ότι η οικονομική απόδοση συνδέεται με την εκπαίδευση και την κατάρτι­ση και οι επενδύσεις στο ανθρώπινο κεφάλαιο έχουν ανάλογες αποδόσεις. Επομένως, οι δαπάνες για την εκπαίδευση αποτελούν μια επένδυση που δημιουργεί ανθρώπινο κεφάλαιο, το οποίο έχει μια αποδοτικότητα συναφή με αυτή των επενδύσεων σε υλικό κεφάλαιο (Καψάλης & Παπασταμάτης, 2013).

Ο Ο.Ο.Σ.Α. ορίζει το ανθρώπινο κεφάλαιο ως «γνώσεις, δεξιότητες, ικανότητες και γνωρίσματα (φυσική, συναισθηματική και πνευματική υγεία) που διαθέτουν τα άτομα, τα οποία μπορούν να διευκολύνουν τη δημιουργία προσωπικής, κοινωνι­κής και οικονομικής ευζωίας» (Πανιτσίδου, 2013). Με την έννοια αυτή ανθρώπινο κεφάλαιο δεν νοείται απλά και μόνο το επίπεδο εκπαίδευσης και οι δεξιότητες που μπορεί να καταθέσει ένα άτομο σε παραγωγική χρήση, αλλά ένα ευρύτερο φάσμα ικανοτήτων και ποιοτικών χαρακτηριστικών, τα οποία βελτιώνουν όχι μόνο την παραγωγή ή το εισόδημα αλλά και την προσωπική και την κοινωνική ευημερία. Το ανθρώπινο κεφαλαίο λοιπόν περιλαμβάνει το σύνολο των φυσικών και επίκτητων ικανοτήτων ενός ατόμου. Η εκπαίδευση είναι επίκτητη ικανότητα, η οποία, όμως, βελτιώνει και τις φυσικές ικανότητες και καθιστά το άτομο προσαρμοζόμενο στις νέες τεχνολογίες της αγοράς. Στοιχίζει στον εργαζόμενο ένα ποσό χρημάτων και χρόνο αλλά αυτά τα χρήματα ανακάμπτονται με κέρδος, γιατί ο ειδικευμένος εργαζόμενος είναι πιο παραγωγικός από τον ανειδίκευτο (Ψαχαρόπουλος, 1999).

Η κεντρική ιδέα της θεωρίας του ανθρώπινου κεφαλαίου δεν είναι ούτε πρωτότυπη, ούτε καινούρια. Συγκροτήθηκε ως θεωρία κατά τη δεκαετία του 1960 αλλά η ιδέα εμφανίστηκε πολύ νωρίτερα από την εποχή που ο οικονομολόγος – φιλόσοφος Adam Smith το 1776 θεώρησε ότι τα άτομα αποτελούν τον πλούτο των εθνών και ότι οι αποκτώμενες ικανότητες των κατοίκων είναι μέρος του κεφαλαίου μιας χώρας. Η θεωρία έφτασε στο αποκορύφωμά της γύρω στο 1960, καθώς ένα πλήθος από μελέτες και έρευνες υποστήριξαν το υπόβαθρό της. Συγκροτήθηκε ως ιδιαίτερος κλάδος της οικονομικής επιστήμης, όπου η εκπαίδευση μελετάται αναλυτικά και ως κατανάλωση και κυρίως ως επένδυση, με κόστος και οφέλη για το άτομο και την κοινωνία (Τσαμαδιάς & Χανής, 2011). Ο κυριότερος εκπρόσωπος του ανθρώπινου κεφαλαίου είναι ο Schultz, o οποίος θεωρεί ότι το πιο ουσιώδες χαρακτηριστικό του οικονομικού συστήματος είναι η ανάπτυξη του ανθρώπινου κεφαλαίου, το οποίο έχει τρεις διακεκριμένες ιδιότητες: α) είναι ενσωματωμένο στον άνθρωπο, β) είναι κεφάλαιο, γιατί αποτελεί πηγή μελλοντικών ικανοποιήσεων και γ) δεν είναι δυνατό να διαχωριστεί από το άτομο το οποίο το κατέχει. Έχοντας ένα Νόμπελ στις οικονομικές επιστήμες και εμπειρία στην αγροτική οικονομία, προτείνει τρεις κατηγορίες δαπανών: α) τις καταναλωτικές, β) τις επενδυτικές, γ) το συνδυασμό των δύο παραπάνω. Για να έχει κανείς ολιστική εικόνα των παραμέτρων που συνθέτουν το ανθρώπινο κεφάλαιο, καταρτίστηκαν συγκεκριμένοι δείκτες μέτρησης που η συνιστάμενη τους αποτελεί το γενικό δείκτη μέτρησης του ανθρώπινου κεφαλαίου μιας χώρας.

Μέτρηση ανθρώπινου κεφαλαίου

Ο οργανισμός: Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ (World Economic Forum) στην προσπάθειά του να συμπεριλάβει πέρα από την εκπαίδευση και τις άλλες πτυχές του ανθρώπινου κεφαλαίου κατασκεύασε το Δείκτη Ανθρώπινου Κεφαλαίου για 122 χώρες. Σύμφωνα με τους κατασκευαστές του «Ο δείκτης επιδιώκει να εξυπηρετήσει ως ένα εργαλείο τη σύλληψη της πολυπλοκότητας της δυναμικής του εργατικού δυναμικού, έτσι ώστε τα διάφορα ενδιαφερόμενα μέρη, να είναι σε θέση να λαμβάνουν αποφάσεις με καλύτερη ενημέρωσh. Επειδή το ανθρώπινο κεφάλαιο είναι ουσιαστικής σημασίας όχι μόνο για την παραγωγικότητα της κοινωνίας αλλά και για τη λειτουργία των πολιτικών, κοινωνικών και πολιτικών θεσμών, η κατανόηση του τρέχοντος αποθέματος είναι πολύτιμη σε ένα ευρύ φάσμα ενδιαφερομένων» (World Economic Forum 2013, σ. 30). Ο Δείκτης Ανθρώπινου Κεφαλαίου που κατασκευάστηκε είναι ο μέσος αριθμητικός τεσσάρων άλλων δεικτών που αφορούν: 1) την Εκπαίδευση, 2) την Υγεία και Ευεξία, 3) το Εργατικό Δυναμικό και την Απασχόληση, και 4) το Κατάλληλο Περιβάλλον. Η κατασκευή καθενός από αυτούς τους τέσσερεις δείκτες στηρίζεται σε διάφορα επί μέρους ποσοτικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά του περιβάλλοντος στο οποίο αναφέρονται και τα οποία για λειτουργικούς λόγους, δεν μπορούν να αναπτυχθούν στην παρούσα εργασία. Μπορεί όμως ο αναγνώστης να ανατρέξει στους: World Economic Forum, 2013, σ. 4-8, & Ρέππας (2015) για αναλυτικές πληροφορίες.

Πίνακας 1. Κατάταξη χωρών σύμφωνα με το δείκτη ανθρώπινου κεφαλαίου

Χώρα Κατάταξη Συνολικός Δείκτης Επί μέρους δείκτες
Εκπαίδευσης Υγείας & Ευεξίας Εργατικού δυναμικού και απασχόλησης Κατάλληλο περιβάλλον
Οι πέντε χώρες με τον μεγαλύτερο δείκτη ανθρώπινου κεφαλαίου
Ελβετία 1 1,455 1,313 0,977 1,736 1,793
Φινλανδία 2 1,406 1,601 0,844 1,250 1,926
Σιγκαπούρη 3 1,232 1,348 0,762 1,345 1,471
Ολλανδία 4 1,161 1,106 0,901 1,150 1,484
Σουηδία 5 1,111 0,977 0,960 1,154 1,351
Ελλάδα 55 –0,011 0,280 0,331 –0,365 –0,291
Οι πέντε χώρες με τον μικρότερο δείκτη ανθρώπινου κεφαλαίου
Μαλί 118 –1,034 –1,747 –0,826 –0,614 –0,949
Μπουρκίνα Φάσο 119 –1,077 –1,817 –0,943 –0,374 –1,173
Γουινέα 120 –1,272 –1,482 –1,026 –0,911 –1,667
Μαυριτανία 121 –1,297 –1,744 –0,666 –1,404 –1,373
Υεμένη 122 –1,395 –1,972 –1,134 –1,320 –1,153

Πηγή: World Economic Forum (2013) Human capital report, Πίνακας 3

Η εξατομίκευση των ανωτέρω τεσσάρων δεικτών του ανθρώπινου κεφαλαίου στο άτομο, δίνει το ατομικό κεφάλαιο καθενός. Ένα ανθρώπινο δυναμικό που ενσωματώνει υψηλό ατομικό κεφάλαιο, ενέχει περισσότερες προσδοκίες για ουσιαστικότερη αποδοτικότητα και αποτελεσματικότητα στο έργο του και στην ατομική, τοπική και κοινωνική ανάπτυξη.

Κριτική στη θεωρία του Ανθρώπινου Κεφαλαίου

Η θεωρία του ανθρώπινου κεφαλαίου δέχτηκε κριτικές από οικονομολόγους της θεωρίας του «φίλτρου», η οποία υποστηρίζει ότι η εκπαίδευση δε βελτιώνει την παραγωγικότητα των ατόμων αλλά λειτουργεί κυρίως ως ΄΄φίλτρο΄΄ στη διαδικασία επιλογής από την εργοδοσία. Η θεωρία αυτή αποδέχεται την ύπαρξη θετικής σχέσης μεταξύ εκπαίδευσης και αμοιβών αλλά δε δέχεται ότι υπάρχει αιτιώδης σχέση μεταξύ τους. Η Guthro (2002) ισχυρίζεται ότι στο σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό η έμφαση στην επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό και το πρόταγμα της συμμετοχής στην εκπαίδευση ενηλίκων δεν οδηγούν σε πιο δημοκρατικό και με αμβλυμμένες ανισότητες κόσμο, αλλά σε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα ατόμων και κρατών. Με την ίδια έννοια, άλλοι ερευνητές δηλώνουν ότι η εκπαίδευση ενηλίκων μετατρέπεται σε μηχανισμό κοινωνικού ελέγχου και αποκλεισμού, αναπαράγοντας υφιστάμενες ανισότητες, ή ότι η εκπαίδευση ενηλίκων συνιστά νομιμοποιητικό παράγοντα της κοινωνικής ανισότητας και της καταπίεσης (Ρέππα & Βασιλάκης, 2015).

Κοινωνικό και πολιτισμικό κεφάλαιο, εκπαίδευση ενηλίκων και τοπική ανάπτυξη

Παράλληλα με το ανθρώπινο κεφάλαιο, έχουν προταθεί σε αντιπαράθεση ή συμπλήρωσή του και άλλες μορφές κεφαλαίου. Τέτοιου είδους εναλλακτικές προτάσεις είναι το Κοινωνικό Κεφάλαιο και το Πολιτισμικό Κεφάλαιο. Η έννοια του Κοινωνικού Κεφαλαίου πρωτοσυναντάται σε ένα βιβλίο που δημοσιεύθηκε το 1916 από την Lyda Hanifan και ορίζει ως κοινωνικό κεφάλαιο «τα ενσώματα πάγια στοιχεία που έχουν σημασία για το μεγαλύτερο μέρος της καθημερινότητας των ανθρώπων: δηλαδή καλή θέληση, συντροφικότητα, συμπάθεια και κοινωνική επαφή ανάμεσα στα άτομα και οικογένειες που συνθέτουν μια κοινωνική μονάδα» (όπως αναφέρεται στο Ρέππας, 2015 υπό δημοσίευση).

Στις μέρες μας η έννοια του κοινωνικού κεφαλαίου επανήλθε από τον Pierre Bourdieu (1986) ο οποίος ορίζει ότι «Κοινωνικό κεφάλαιο είναι το άθροισμα των πραγματικών ή δυνητικών πόρων που συνδέονται με την κατοχή ενός ανθεκτικού δικτύου περισσότερο ή λιγότερο θεσμοθετημένων σχέσεων αμοιβαίας γνωριμίας και αναγνώρισης – ή με άλλα λόγια, στην ένταξη σε μια ομάδα η οποία παρέχει σε καθένα από τα μέλη της με την υποστήριξη του συλλογικά κατεχόμενου κεφαλαίου, μια ‘’πιστοποίηση’’ που τους δίνει το δικαίωμα να ωφελούνται με τις διάφορες έννοιες της λέξης» (όπως αναφέρεται στο Ρέππας, οπ.π.). Ένας άλλος σύγχρονος συγγραφέας, ο Putnam, (2000) δίνει τον ακόλουθο ορισμό: «Με τον όρο «κοινωνικό κεφάλαιο» αναφερόμαστε στο σύνολο των μη οικονομικών πόρων, πραγματικών φανταστικών, που αφορούν σε άτομα, ομάδες ή δίκτυα κοινωνικών σχέσεων και χαρακτηρίζονται από εμπιστοσύνη, αμοιβαιότητα και κοινά απο­δεκτούς κανόνες συμπεριφοράς, διευκολύνοντας συνεπώς τη συνεργασία και τη συλλογική δράση των ανθρώπων και προάγοντας την κοινωνική αποδοτικότητα.»

Σύμφωνα με τον ανωτέρω ορισμό, το κοινωνικό κεφάλαιο δημιουργείται από τις σχέσεις και την αλληλεπίδραση ανάμεσα στα άτομα, μέλη μιας ομά­δας. Επομένως επικεντρώνεται σε ομάδες και στους κανόνες που καθοδηγούν τις μορφές συμπεριφοράς και τις διαπροσωπικές σχέσεις. Παράλληλα, από αυτές τις σχέσεις απορρέουν δευτερεύοντα στοιχεία, όπως γνώσεις και εμπιστοσύνη, τα οποία ενισχύουν την αμοιβαιότητα και τη συνεργασία. Στην πραγματικότητα, οι κοινωνικές σχέσεις διαμεσολαβούν μεταξύ της συλλογικής δράσης της ομάδας και του αποτελέσματος αυτής, που είναι το κοινό όφελος και η επίτευξη στόχων (Kilpatrick, Field & Falk, 2003· Putnam, 2000). Επομένως το κοινωνικό κεφάλαιο μπορεί να συμβάλλει τόσο στη μείωση του κόστους των συναλλαγών και άλλων οικονομικών και δομικών στοιχείων, όσο και στη διαχείριση των εσωτερικών και εξωτερικών κρίσεων της κοινότητας (Ρέππα & Βασιλάκης, 2015). Τούτο μπορεί να συμβεί, εφόσον ισχυρά δίκτυα με σα­φείς προσδοκίες αμοιβαιότητας, διευκολύνουν την ανταλλαγή δεξιοτήτων, τη διάδοση πληροφοριών και τη διάχυση καινοτομιών ανάμεσα σε άτομα και ομάδες (Kilpatrick, Field & Falk, 2003). Από την άλλη θα πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι το κοινωνικό κεφάλαιο μιας ομάδας μπορεί να παράγει θετική ενέργεια για τα εκτός της ομάδας άτομα, όταν το επίπεδο εμπιστοσύνης είναι μεγαλύτερο από την ίδια την ομάδα (Fukuyama, 2001). Η διάδραση εκτός της κοινότητας θεωρείται σημαντική παράμετρος κοινωνικού κεφαλαίου, καθώς τα δίκτυα είναι πιο αποτελεσματικά για την κοινότητα στο σύνολο της, όταν χαρακτηρίζονται από πολυμορφία, ανοιχτότητα και ευελιξία, επιτρέποντας την πρόσβαση σε πόρους μη διαθέσιμους εντός της κοινότητας. Ένα εξαιρετικό παράδειγμα τέτοιου τύπου σχέσεων στην κοινότητα αποτελεί το δίκτυο Εκπαίδευσης Ενηλίκων Κρήτης.

Ωστόσο, είναι δυνατόν να υπάρχει συσσωρευμένο κοινωνικό κεφάλαιο εντός μιας κοινότητας, η οποία να διάκειται ανταγω­νιστικά προς άλλες κοινότητες, γεγονός που υπονομεύει και περιορίζει την κοινωνική συνοχή εντός των στενών ορίων της κοινότητας (Falk, Golding & Balatti, 2000). Παράλληλα, είναι πιθα­νό να αναπτυχθούν φαινόμενα αποκλεισμού και, σε ακραίες περιπτώσεις, εχθρότητας προς τους έξωθεν της κοινότητας (Fukuyama, 2001). Επομένως, θα ήταν λάθος να γενικευθεί η υπόθεση ότι κοινότητες πλούσιες σε κοινωνικό κεφάλαιο συγκροτούν κοινωνίες με υψηλά ποσοστά κοινωνικής συνοχής.

Σε κάθε περίπτωση και παρ’ όλη τη διαφωνία ως προς την προσέγγιση της έννοιας του κοινωνικού κεφαλαίου, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η συζήτηση γύρω από αυτό έχει επαναφέρει στην εκφορά του κυρίαρχου πολιτικού λόγου τον όρο «κοινωνικό» σε μια εποχή που κυριαρχείται από τον ανταγωνισμό των αγορών σε παγκόσμιο επίπεδο. Θα πρέπει δε να επισημάνουμε ότι ο όρος έχει επικρατήσει, ιδιαίτερα στο χώρο της εκπαίδευσης, παρέχοντας ένα γόνιμο ερμηνευτικό πλαίσιο για την προσέγγιση των διαδικασιών και των αποτελεσμάτων της μάθησης (Baron, Field & Schuller, 2000, Πανιτσίδου, 2013).

Σχετικά τώρα με το ρόλο της εκπαίδευσης και κατ’ επέκταση της εκπαίδευσης ενηλίκων στην αύξηση και ανάπτυξη του κοινωνικού κεφαλαίου, διατυπώθηκαν επίσης διάφορες προσεγγίσεις. Η προσέγγιση του Coleman (1988), για παράδειγμα , διαφοροποιείται από αυτή του Putnam (2000), καθώς ο πρώτος εστιάζεται στο ατομικό όφελος, εκλαμ­βάνοντας την εκπαίδευση ως αποτέλεσμα παρά ως αιτιακό παράγοντα του κοινωνικού κεφαλαίου μιας κοινότητας, ενώ ο δεύτερος επισημαίνει το συλλογικό όφελος που εκρέει από το κοινωνικό κεφάλαιο, εκλαμβάνοντας την εκπαίδευση ως ανεξάρτητη μεταβλητή (Πανιτσίδου, 2013).

Τα ερευνητικά ευρήματα του Putnam (2000), και άλλων μελετητών φέρνουν την εκπαίδευση ως σημαντικό αιτιακό παράγοντα κοινωνικού κεφαλαίου, καθώς υποστηρίζουν ότι η συμμετοχή σε εκπαι­δευτικές δραστηριότητες ενθαρρύνει την αμοιβαία εμπιστοσύνη ανάμεσα στα άτομα της ομάδας, η οποία στη συνέχεια γενικεύεται σε εμπιστοσύνη και ανεκτικότητα προς το κοινωνικό σύνολο.

Επίλογος

Από τη σύντομη ανάλυση που προηγήθηκε θα μπορούσε κανείς να συμπεράνει ότι η σχέση μεταξύ ανθρώπινου, κοινωνικού κεφαλαίου και εκπαίδευσης ενηλίκων (ανθρώπινου δυναμικού), πέρα από το ότι έχει ανα­δειχθεί σε πεδίο εξαιρετικού ερευνητικού ενδιαφέροντος, είναι και μια σχέση αλληλένδετη, στην οποία η εκπαίδευση ενηλίκων παίζει ένα διαμεσολαβητικό ρόλο ανάμεσα στο δίπολο των δύο μορφών κεφαλαίου: ανθρώπινο και κοινωνικό και φυσικά στην τοπική και κοινωνική ανάπτυξη, καθώς υπάρχει μια συνεχής αλληλεπίδραση. Τούτο καταδεικνύεται και από τα ευρήματα της έρευνας των Falk, Golding και Balatti (2000) για τα αποτελέσματα της μάθησης, που εκρέουν από τη συμμετοχή σε προγράμματα «Εκπαίδευσης Ενηλίκων στην Κοινότητα» (Adult & Community Education – ACE). Υποστηρίζεται ότι η ενδυνάμωση του κοινωνικού κεφαλαίου μέσω της συμμετοχής σε εκπαιδευτικά προγράμματα ενηλίκων είναι κομβική για την παραγωγή πολλαπλών κοινωνικοοικονομικών αποτελεσμάτων (Πανιτσίδου, 2013, Ρέππα & Βασιλάκης, 2015). Είναι γεγονός ότι χωρίς την παράλληλη στήριξη συνοδευτικών πολιτικών κοινωνικού χαρακτήρα, δεν μπορεί να αναμένεται η διασφάλιση της οικονομικής ανάπτυξης και η ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής στη βάση μόνο της επένδυσης στην εκπαίδευση, έστω και αν σε κείμενο της Επιτροπής των Ε.Κ, διαβάζουμε ότι «τα άτομα πρέπει να ενθαρρυνθούν να επενδύσουν στη μάθησή τους, τόσο για την προσωπική τους ολοκλήρωση όσο και για την απασχολησιμότητά τους» (Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, 2007). Οι δυνατότητες της ποιοτικής αναβάθμισης του εργατικού δυναμικού στη βελτίωση της παραγωγής και ευημερίας των ανθρώπων και των κοινοτήτων, μέσω της εκπαίδευσης και του ανθρώπινου και κοινωνικού κεφαλαίου φαίνεται καλύτερα από το γνωστό γνωμικό:

Αν θέλεις 1 χρόνο ευημερίας, καλλιέργησε σιτάρι.

Αν θέλεις 10, καλλιέργησε δέντρα.

Αν θέλεις 100, καλλιέργησε ανθρώπους.

 

Βιβλιογραφία

Baron, S., Field, J. & Schuller, T. (2000) (Eds). Social Capital: Critical Perspectives. Oxford University Press.

Coleman, J. (1988). Social capital in the creation of human capital. American Journal of Sociology, 94, Supplement, 95-120.

Falk, I., Golding, B. & Balatti, J. (2000). Building Communities: ACE, Lifelong Learning and Social Capital. Melbourne, Australia: Adult, Community and Further Education Board, Victorian Government.

Fukuyama, F. (2001). Social capital, civil society and development. Third World Quarterly, 22, 7-20.

Guthro, P. (2002). Education for sale: at what cost? Lifelong learning and the market place. International Journal of Lifelong Education, 21 (4), 334-346.

Kilpatrick, S., Field, J. & Falk, I. H. (2003). Social Capital: An analytical tool for exploring lifelong learning and community development. British Educational Research Journal, 29(3), 417 -433.

Putnam, R. D. (2000). Bowling Alone: The Collapse and Revival of American Community, N.Y.: Simon & Schuster.

World Economic Forum (2013). Human Capital Report.

Καψάλης, Α. & Παπασταμάτης, Δ. (2013). Εκπαίδευση Ενηλίκων – Γενικά Εισαγωγικά Θέματα. Εκδόσεις Σιδέρης.

Πανιτσίδου, Ε. (2013). Δια Βίου Εκπαίδευση: Μια σύγχρονη «Πανάκεια»; – Ευρύτερα Ατομικά και Κοινωνικά Οφέλη. Εκδόσεις Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

Ρέππα, Α. & Βασιλάκης Ν., (2015) Εκπαίδευση Ενηλίκων: Εισαγωγικές έννοιες – Ιστορική Αναδρομή, Διδακτικό Υλικό για το μάθημα: Εκπαίδευση Ενηλίκων – Παιδαγωγικές Αρχές, του ΠΜΣ, Νέες Μορφές Εκπαίδευσης και Μάθησης του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Moodle: http://moodle.aegean.gr/mod/forum/view.php?id=7010

Ρέππας, Π. (2015). Οικονομική Ανάπτυξη- Θεωρίες και Στρατηγικές Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση.

Τσαμαδιάς, Κ. & Χανής, Σ. (2011). Τα οφέλη από την εκπαίδευση: Επισκόπηση υπό την οπτική της οικονομικής. Μέντορας, τ.χ.13, 5-16.

Ψαχαρόπουλος, Γ. (1999). Οικονομική της Εκπαίδευσης. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση.