Ο ρόλος της συμβουλευτικής στην επανένταξη των ανέργων

Βάντζου Χριστίνα (MA), Εκπαιδευτικός, Εκπαιδεύτρια Ενηλίκων (ΕΚΕΠΙΣ), Ειδικός Βιωματικών Δράσεων

Κούλα Θεώνη, Κοινωνική Ανθρωπολόγος, Υπεύθυνη Διαχείρισης Έργων & Ομάδας Έργου Συμβουλευτικής

 

Περίληψη

H σύγχρονη κοινωνία σηματοδοτείται από αλλαγές που διαδραματίζονται σε οικονομικό κοινωνικό και πολιτισμικό επίπεδο και καλείται να αντιμετωπίσει φαινόμενα που προκύπτουν μέσα από αυτές τις αλλαγές. Ένα από αυτά τα φαινόμενα είναι ο κοινωνικός αποκλεισμός και η περιθωριοποίηση που αντιμετωπίζουν όλα εκείνα τα άτομα που ανήκουν σε ευάλωτα κοινωνικές ομάδες όπως π.χ. οι άνεργοι, οι μετανάστες , οι αποφυλακισμένοι κ.ά.

Η εν λόγω εργασία προσπαθεί να αναδείξει τις αρνητικές ψυχοκοινωνικές συνέπειες που αντιμετωπίζει το άτομο που βιώνει την ανεργία αλλά και τον καθοριστικό ρόλο της συμβουλευτικής στο να το διευκολύνει να επιτύχει τις απαραίτητες αλλαγές στη συμπεριφορά του, ή στη συμπεριφορά των άλλων, ώστε να εξασφαλίσει τη συνετότερη αξιοποίηση του εαυτού του. Επιπλέον ευελπιστεί να συνεισφέρει στην διάδοση και εφαρμογή καταλληλότερων μεθόδων παρέμβασης, με απώτερο στόχο την ενδυνάμωση και ενεργό συμμετοχή των ανέργων στην κατεύθυνση της κοινωνικής και επαγγελματικής ένταξης.

Λέξεις – Κλειδιά: Ανεργία, Κοινωνικός Αποκλεισμός, Επαγγελματική Συμβουλευτική, Επανένταξη

 

Εισαγωγή

Oλοι οι άνθρωποι έχουν δικαίωμα κοινωνικής προστασίας, έχουν δικαίωμα να συμμετέχουν σε όλες τις κοινωνικές διαδικασίες, να διεκδικούν ισότιμα τη συμμετοχή στα κοινωνικά δρώμενα και να ζουν μια ποιοτικά αναβαθμισμένη ζωή.

Ωστόσο όταν στους ανθρώπους «αποτρέπεται η πλήρης συμμετοχή τους στην οικονομική, κοινωνική και πολιτική ζωή και/ή όταν η πρόσβασή τους σε εισοδήματα και άλλους πόρους (προσωπικούς, οικογενειακούς και πολιτισμικούς) είναι τόσο ανεπαρκής ώστε να τους αποκλείει από το να απολαμβάνουν ένα επίπεδο διαβίωσης που θεωρείται αποδεκτό από την κοινωνία στην οποία ζουν» (Gallie και Paugam, 2002) τότε θεωρούνται και αισθάνονται κοινωνικά αποκλεισμένοι.

Η έξαρση των κοινωνικών προβλημάτων και ταυτόχρονα η διαπιστωμένη ανάγκη για υποστήριξη των ομάδων που δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν την δυναμική της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης οδήγησε τους επιστήμονες αλλά και τις πολιτικές ηγεσίες να ασχοληθούν με ζητήματα που άπτονται του κοινωνικού αποκλεισμού. Έχει διαπιστωθεί ότι ιδιαίτερα πλήττονται οι εργαζόμενοι με χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης ή επαγγελματικής εξειδίκευσης.

Τα άτομα τα οποία ανήκουν σε αυτές τις ομάδες χρειάζονται υποστήριξη για να καταφέρουν να ανατρέψουν και να αναιρέσουν όλα όσα συντελούν στην κοινωνική τους απομόνωση, ενώ παράλληλα απαιτούνται προγράμματα για τον επαγγελματικό προσανατολισμό ή επαναπροσανατολισμό τους, την αναβάθμιση της εκπαίδευσης, κατάρτισης ή επανένταξή τους στην αγορά εργασίας (Κασσωτάκης, 2004).

 

  1. Ευπαθείς Κοινωνικά Ομάδες

Ευπαθείς ονομάζονται εκείνες οι ομάδες του πληθυσμού οι οποίες απειλούνται με κοινωνικό αποκλεισμό.

Ο πρόσφατος νόμος (4019/2011) για την Κοινωνική Οικονομία και Κοινωνική Επιχειρηματικότητα στις Ευπαθείς Κοινωνικά Ομάδες χωρίζει τις Ευπαθείς Κοινωνικά Ομάδες σε δύο κατηγορίες:

  • Ευάλωτες Ομάδες Πληθυσμού

Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται οι ομάδες εκείνες του πληθυσμού που η ένταξη τους στην κοινωνική και οικονομική ζωή εμποδίζεται από σωματικά και ψυχικά αίτια ή λόγω παραβατικής συμπεριφοράς (Άτομα με Αναπηρίες, άτομα εξαρτημένα από ουσίες ή σε διαδικασία απεξάρτησης, οροθετικοί, φυλακισμένοι / αποφυλακισμένοι, ανήλικοι παραβάτες).

  • Ειδικές ομάδες Πληθυσμού

Ως ειδικές ομάδες πληθυσμού περιγράφονται οι ομάδες εκείνες του πληθυσμού οι οποίες βρίσκονται σε μειονεκτική θέση ως προς την ομαλή ένταξη τους στην αγορά εργασίας, από οικονομικά, κοινωνικά και πολιτισμικά αίτια.

Εδώ κατατάσσονται ενδεικτικά οι άνεργοι (νέοι, γυναίκες, άνω των πενήντα, μακροχρόνια άνεργοι), οι αρχηγοί μονογονεϊκών οικογενειών και τα μέλη πολύτεκνων οικογενειών, γυναίκες θύματα κακοποίησης, οι αναλφάβητοι, οι κάτοικοι απομακρυσμένων ορεινών και νησιωτικών περιοχών, τα άτομα με πολιτισμικές ιδιαιτερότητες, οι μετανάστες και οι πρόσφυγες.

 

  1. Ανεργία και Κοινωνικός Αποκλεισμός

2.1. Η έννοια της Ανεργίας  

 

Ανεργία είναι η αδυναμία να εξεύρει το άτομο εργασία που να ανταποκρίνεται στα προσόντα, στις ικανότητες και στις κλίσεις του και η οποία θα αμείβεται ανάλογα.

Γενικότερα υπονοείται η ακούσια αργία των ατόμων, που προσφέρουν την εργασία τους έναντι ημερομισθίου/μισθού ή οποιουδήποτε άλλου τρόπου αμοιβής, εξαιτίας της ελλείψεως επαγγελματικής/ειδικής εργασίας. Ο όρος ανεργία, υποδηλώνει επίσης, την έλλειψη ή την περιορισμένη προφορά εργασίας με άμεση συνέπεια να μην βρίσκουν δουλειά ανάλογη των προσόντων τους άτομα ικανά να προφέρουν.

Άνεργο χαρακτηρίζεται ένα άτομο που ενώ είναι ικανό, πρόθυμο και διαθέσιμο να απασχοληθεί, δεν δύναται να βρει εργασία. Τα άτομα αυτά, ενώ πληρούν όλες τις πνευματικές, σωματικές και ψυχολογικές προϋποθέσεις, για κάποιους λόγους δεν βρίσκουν δουλειά.

Τέτοιοι λόγοι είναι οι εξής:

  • Σχέση προσφοράς και ζήτησης. Μεγαλύτερη ζήτηση εργαζομένων σε συγκεκριμένους κλάδους. Αυτή η σχέση προσφοράς-ζήτησης μπορεί να διαφέρει από περιοχή σε περιοχή.
  • Μειωμένη ζήτηση προϊόντων σε περιόδους οικονομικής ύφεσης, με αποτέλεσμα αρχικά την απόλυση των ήδη απασχολούμενων στο συγκεκριμένο τομέα, και επιπλέον αδυναμία απορρόφησης του αντίστοιχου εργατικού δυναμικού από την αγορά εργασίας. (Λιανός & Νταούλη-Ντεμούση, 1998: 226)

 

2.1.2.         Τα Είδη της Ανεργίας

Η ανεργία ταξινομείται σε διάφορες κατηγορίες ανάλογα με τα αίτια που την προκαλούν. Έτσι σύμφωνα με τον Δεδουσόπουλο (2000) διακρίνεται σε:

Κυκλική ανεργία (ή ανεπαρκούς ζήτησης) – Είναι η ανεργία ανεπαρκούς ζήτησης. Παρουσιάζεται σε περιόδους οικονομικής ύφεσης. Θεωρείται το αποτέλεσμα της ανεπαρκούς ζήτησης στην οικονομία και υποδηλώνει περίοδο οικονομικής δυσπραγίας.

– Η διαρθρωτική (ή τεχνολογική ανεργία) – Είναι η ανεργία που παρουσιάζεται όταν παρατηρείται αναντιστοιχία στα προσόντα και την ειδίκευση των ανέργων και σ’ αυτά που απαιτούνται για την κάλυψη των κενών θέσεων ή όταν οι προσφερόμενες θέσεις δεν βρίσκονται στις γεωγραφικές περιοχές στις οποίες υπάρχουν άνεργοι.

– Εποχική ανεργία – Η ανεργία αυτή οφείλεται στην εποχιακή διακύμανση τη οικονομικής δραστηριότητας ορισμένων κλάδων (π.χ. τουριστικά επαγγέλματα). Χαρακτηριστικά της εποχικής ανεργίας είναι ότι επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο και είναι προσωρινή και μικρής σχετικά διάρκειας.

– Ανεργία τριβής – Είναι η ανεργία που παρατηρείται όταν ένας αριθμός ατόμων αφήνει τη δουλειά του οικειοθελώς (ηθελημένη ανεργία) και αναζητά άλλη, όταν εργαζόμενοι απολύονται και αναζητούν εργασία ενώ ταυτόχρονα οι επιχειρήσεις ζητούν προσωπικό. Θεωρείται αναπόφευκτη γιατί παρουσιάζεται ακόμα και όταν η αγορά εργασίας βρίσκεται σε κατάσταση πλήρους απασχόλησης. Είναι πιο έντονη στους νέους, γιατί αποφασίζουν ευκολότερα να αφήσουν μια εργασία για να ψάξουν για κάποια καλύτερη (Δεδουσόπουλος, 2000 : 57).

 

2.1.3. Συνέπειες της Ανεργίας & Κοινωνικός Αποκλεισμός

Καθημερινά όλο και περισσότεροι άνθρωποι καταλήγουν “στον δρόμο”. Οι δημιουργικές τους ικανότητες και τα ταλέντα τους μένουν αναξιοποίητα. Ο φόβος και η ανασφάλεια για το μέλλον ωθούν το άτομο να συμμετάσχει σε εργασίες άσχετες σε σύγκριση με το επίπεδο και τις γνώσεις του. Τέλος, διαιωνίζονται οι ανισότητες, καλλιεργείται ο φθόνος και το μίσος στις διαπροσωπικές σχέσεις. Η περιθωριοποίηση των ανέργων αναπτύσσει αισθήματα αποκλεισμού, που με τη σειρά τους δημιουργούν αντικοινωνικές εκδηλώσεις: βία, εγκληματικότητα, ρατσισμό…

Οι άνεργοι δεν έχουν σαφή και ξεκάθαρα συναισθήματα για την κατάσταση που βιώνουν. Το συναίσθημα της ανασφάλειας είναι συνήθως αυτό που υπερτερεί, εφόσον διατηρούνται για μεγάλο διάστημα σε μια κατάσταση «μη συνεχούς εργασίας» (Δεδουσόπουλος,1997:217).

Ο άνεργος μπαίνει σε μια ενοχική διαδικασία να θεωρεί ότι «για την ανεργία του ευθύνεται ο ίδιος».

Έτσι, μετά ένα μεγάλο διάστημα ανεργίας, οι αντιδράσεις των ανέργων είναι η απογοήτευση, το αίσθημα ήττας και η αποστράτευση από συλλογικές προσπάθειες (Λεχουρίτης & Κατσορίδας, 2002:5).

 

 

O κοινωνικός αποκλεισμός αποτελεί μια ευρεία και πολυδιάστατη έννοια, δεδομένου ότι οι απόψεις, οι ιδέες και οι ορισμοί που εκφράζονται και διατυπώνονται καλύπτουν ένα μεγάλο φάσμα (Σπανού, 1997:17.Paugam,1996:17). Ωστόσο σύμφωνα με τον Ευστράτογλου (1999:189), δεν αποτελεί καινούρια ιδέα, καθότι υπάρχει και υπήρχε σε όλες τις εποχές. Αποτελεί αντικείμενο έντονων αμφισβητήσεων, καθώς υπάρχει πλειάδα διαφορετικών ορισμών, ανάλογα πάντοτε με την οπτική γωνία και τον τρόπο με τον οποίο το φαινόμενο του κοινωνικού αποκλεισμού γίνεται αντιληπτό από τον εκάστοτε μελετητή. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μια κοινωνική κατασκευή, που προσδιορίζεται από την έλλειψη πρόσβασης σε βασικά ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα και στα δημόσια αγαθά, αλλά και από τη μειωμένη συμμετοχή στην παραγωγική διαδικασία (Μουσούρου, 1998:68).

Ο κοινωνικός αποκλεισμός είναι μια έννοια σχετική σε κάθε κοινωνία και οι επιχειρούμενες ερμηνείες δεν συμφωνούν απόλυτα για τη δημιουργία ενός κοινού αποδεκτού ορισμού. Η Στατιστική Υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Eurostat) τον θεωρεί φαινόμενο που εμπεριέχει τον πολυδιάστατο χαρακτήρα των αποστερήσεων και αποτρέπει τα άτομα από την πλήρη συμμετοχή τους στην κοινωνία, όπως είναι η πρόσβαση σε αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης, εκπαίδευσης, απασχόλησης και στέγασης, σε συλλογικές υπηρεσίες, και στην ιατρική περίθαλψη (CEIES, 1999).

Η σύνθετη έννοια του κοινωνικού αποκλεισμού έχει σημαντικές επιπτώσεις τόσο στα ίδια τα άτομα των ευπαθών ομάδων όσο και στο κοινωνικό σύνολο. Τα άτομα που απειλούνται από κοινωνικό αποκλεισμό εγκλωβίζονται σε καταστάσεις καταπάτησης των κοινωνικών τους δικαιωμάτων, κοινωνικής περιθωριοποίησης και στιγματισμού, εκπαιδευτικών και μορφωτικών περιορισμών, κοινωνικών και επαγγελματικών αδιεξόδων (Φακιολάς, 2002).

 

  • Κατηγορίες Κοινωνικού Αποκλεισμού

Ο κοινωνικός αποκλεισμός μπορεί να είναι:

  • Οικονομικός: προκαλείται και συντηρείται από τη φτώχεια, την ανεργία, το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο κ.α.
  • Πολιτικός και επιστημονικός: O αποκλεισμός αυτός μπορεί να οδηγήσει είτε σε δημιουργία ριζοσπαστικών – ανατρεπτικών κινήσεων, είτε στη δημιουργία τρομοκρατικών ομάδων.
  • Ηλικιακός: Ο κοινωνικός αποκλεισμός των νέων σχετίζεται με την οικογενειακή κατάσταση, την ποιότητα της παιδείας, τον κοινωνικό περίγυρο, την ανεργία κ.λ.π.
  • Υπάρχουν δύο κατηγορίες λόγων για τον κοινωνικό αποκλεισμό των νέων:

– Η αδυναμία να ενταχθούν

– Η άρνηση να ενταχθούν (με συμπεριφορές άρνησης της κατεστημένης τάξης πραγμάτων π.χ. φθορά δημόσιας περιουσίας)

Πολλές φορές συνυπάρχουν και οι δύο κατηγορίες λόγων. Υπάρχει βέβαια και ο κοινωνικός αποκλεισμός της τρίτης ηλικίας (Καβουνίδη, 1999).

  1. Συμβουλευτική & Επανένταξη των Ανέργων

3.1 Ο ορισμός της Συμβουλευτικής

Η Συμβουλευτική είναι ο εφαρμοσμένος κλάδος της ακαδημαϊκής επιστήμης της Ψυχολογίας (Mc Leod, 2005: 38) που απευθύνεται στον άνθρωπο, κάθε ηλικίας και τον βοηθά να χειριστεί, με τις δικές του δυνάμεις, τα προβλήματα που σχετίζονται με την εκπαίδευση, τη σταδιοδρομία, την επικοινωνία, τις σχέσεις των δύο φύλων, του γάμου, της οικογένειας, της υγείας, της γήρανσης και των περιπτώσεων κοινωνικής ή βιολογικής αναπηρίας και αποκλεισμού, δηλαδή δεν αντιμετωπίζει ψυχο-παθολογικά περιστατικά. Ο όρος «Συμβουλευτική» υποδηλώνει ότι συνεξετάζω με κάποιον το πρόβλημά του και τον διευκολύνω να αναζητήσει τη λύση του. Με κανέναν τρόπο δεν υποδηλώνει ότι τον καθοδηγώ ή του παρέχω έτοιμες λύσεις (Μαλικιώση-Λοϊζου, 1999).

Συμβουλευτική (Counseling) είναι η επιστημονική βοήθεια και στήριξη που δίνεται στα άτομα, ώστε:

  •  να αναπτύξουν το δυναμικό τους,
  •  να αντιμετωπίζουν με επιτυχία τις δυσκολίες,
  •  να επικοινωνούν αποτελεσματικά με τους άλλους,
  •  να νιώθουν ικανοί να τα καταφέρουν, ολοκληρωμένοι και ικανοποιημένοι
  • στην καθημερινή τους ζωή (Herr & Cramer, 1996)

3.1.1. Ο ρόλος και τα χαρακτηριστικά του Συμβούλου

Ο σύμβουλος μπορεί να παρέχει ατομική ή ομαδική συμβουλευτική ανάλογα με τις ανάγκες του ατόμου ή το πλαίσιο στο οποίο εργάζεται (π.χ. Συμβουλευτική Γονέων, Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας, Ευπαθείς Κοινωνικά Ομάδες). Οι βασικοί ρόλοι που μπορεί να αναλάβει ο σύμβουλος είναι κυρίως τρεις: προληπτικός, θεραπευτικός και εκπαιδευτικός/εξελικτικός.

Όσον αφορά στον προληπτικό ρόλο, ο σύμβουλος μέσα από την εργασία του μπορεί να δρα όχι μόνο παρεμβατικά αλλά και προληπτικά βοηθώντας το άτομο να προλάβει δυσκολίες που μπορεί να εμφανιστούν στο μέλλον. Ο δεύτερος ρόλος, του συμβούλου, είναι θεραπευτικός, βοηθάει δηλαδή το άτομο να χειριστεί άμεσα τις τυχόν δυσκολίες που αντιμετωπίζει. Ο τρίτος ρόλος του συμβούλου είναι εκπαιδευτικός και εξελικτικός: βοηθάει το άτομο, μέσα από τις γνώσεις που του δίνει, να αξιοποιήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις δυνατότητές του και να τροποποιήσει εκείνες τις στάσεις του που δεν είναι λειτουργικές στη ζωή του (Μαλικιώση- Λοΐζου, 1999. Whiteley, 1980).

Όσον αφορά στα χαρακτηριστικά που πρέπει να έχει ο σύμβουλος μπορούμε να συνοψίσουμε τα εξής:

α) να κατέχει τις θεωρίες και τις τεχνικές της συμβουλευτικής ψυχολογίας,

β) να μπορεί να δημιουργεί το κατάλληλο ψυχοσυναισθηματικό κλίμα στη συμβουλευτική σχέση και να χρησιμοποιεί διευκολυντικές δεξιότητες στη συμβουλευτική διαδικασία,

γ) να σέβεται κάθε μέλος και να αποδέχεται τις απόψεις και τις αξίες του, ακόμα και αν διαφοροποιούνται από τις δικές του,

δ) να έχει αντικειμενικότητα,

ε) να έχει γνησιότητα και αυθεντικότητα,

στ) να έχει ενσυναίσθηση,

ζ) να έχει άνευ όρων αποδοχή του άλλου,

η) να ακούει με προσοχή και ενδιαφέρον αυτά που εκφράζει ο άλλος,

θ) να μπορεί να διακρίνει πότε κάποιο άτομο χρειάζεται παραπομπή σε άλλο ειδικό, γιατί οι ανάγκες του δεν μπορούν να καλυφθούν μέσα από την παρακολούθηση του προγράμματος που συμμετέχει,

ι) να έχει την κατάλληλη εκπαίδευση για χειρισμό ομάδων και ανάπτυξη της δυναμικής της ομάδας,

κ) να οργανώνει τη συμβουλευτική διαδικασία μέσα στην ομάδα που συντονίζει λαμβάνοντας υπόψη τα στάδια εξέλιξης της ομάδας (Μαλικιώση- Λοΐζου, 1999).

3.2 Ο Ρόλος της Συμβουλευτικής στην Επανένταξη των Ανέργων

Η επαγγελματική καθοδήγηση περιλαμβάνει οργανωμένες και συστηματικές προσπάθειες, σχεδιασμένες να βοηθήσουν το άτομο σε διάφορες πλευρές της επαγγελματικής του ανάπτυξης. Ένα πρόγραμμα επαγγελματικής καθοδήγησης βοηθά το άτομο να γνωρίσει τον εαυτό του και τις δυνατότητές του, τον κόσμο της εργασίας και τις εξελίξεις που την επηρεάζουν (Κάντας, 1996) και να αποκτήσει τις πληροφορίες εκείνες, που θα το βοηθήσουν να ενταχθεί και να εξελιχθεί στην αγορά εργασίας (Σιδηροπούλου-Δημακάκου, 2006).

Η δια βίου εκπαίδευση και η Συμβουλευτική στο πλαίσιο των «ενεργητικών πολιτικών», συνεισφέρουν στην ενίσχυση των δεξιοτήτων προσαρμογής και στην ενεργοποίηση των ανέργων (και γενικότερα των ατόμων που απειλούνται με ή βιώνουν κοινωνικό αποκλεισμό) για την σύνδεσή τους με την αγορά εργασίας.

Eνεργοποίηση σημαίνει η παροχή βοήθειας και υποστήριξης του ατόμου, να οργανώσει ατομικές στρατηγικές, που θα τον βοηθήσουν να παραμείνει εντός της αγοράς εργασίας μέσω της ενδυνάμωσης που αποτελεί το βασικότερο στόχο της συμβουλευτικής σχέσης.

Ως ενδυνάμωση, εννοούνται. «εκείνες οι διαδικασίες που θα βοηθήσουν τα άτομα να συνειδητοποιήσουν τις δυνατότητες και τα περιθώρια δράσης τους, με βάση τα δεδομένα του κοινωνικού τους πλαισίου, και να κινητοποιηθούν ως προς την κοινωνική και επαγγελματική τους ένταξη ή επανένταξη» (Ταλιαδώρου, 2008)

Η επαγγελματική συμβουλευτική τίθεται ως μια νέα φιλοσοφία στο χώρο, η οποία πρεσβεύει την εξατομικευμένη προσέγγιση των «αποδεκτών», και θέτει ως αίτημα την ενεργοποίησή τους. Αποτελεί μια αποτελεσματική προσέγγιση δύσκολων καταστάσεων, όπως είναι πολύ συχνά σήμερα η απώλεια εργασίας και η περίοδος της ανεργίας. Αποτελεί μια ενεργητική ατομική στρατηγική, προκειμένου να βγει ένα άτομο από την κρίση στην οποία βρίσκεται. Στόχος αυτής της ενεργητικής κατάστασης στην οποία ηθελημένα εμπλέκεται κάθε ενδιαφερόμενο άτομο, είναι η ενσωμάτωσή του στη νέα ηθική της εργασίας, που είναι η ευελιξία και η εναλλαγή περιόδων εργασίας- ανεργίας στις οποίες μπορεί να παρεμβάλλονται περίοδοι κατάρτισης. Συνεπώς ο τύπος του ανθρώπου που δύναται να ανταπεξέλθει σ’ ένα τέτοιο μοντέλο εργασιακών σχέσεων και καταστάσεων είναι ο ενεργοποιημένος άνθρωπος, αυτός που αναλαμβάνει πρωτοβουλίες και μπορεί να αποκωδικοποιεί και να επεξεργάζεται τις πληροφορίες που υπάρχουν στο περιβάλλον, να επιλέγει σωστά σύμφωνα με αυτά που δύναται να κάνει μέσα σ’ αυτό ( Τσιώλης, 2003-2004).

3.2.1. Ο Ρόλος του Συμβούλου στην Επανένταξη των Ανέργων

Το φαινόµενο της ανεργίας είναι ένα κοινωνικό φαινόµενο που προκαλεί στους ανέργους πολλαπλές ψυχολογικές, κοινωνικές και οικονοµικές επιπτώσεις.

Μερικά από τα χαρακτηριστικά που παρατηρούνται στους άνεργους που βιώνουν την εµπειρία της ανεργίας είναι: Χαµηλή αυτοεκτίµηση, αρνητική σκέψη και αίσθηση ανασφάλειας. Έλλειψη συµµετοχής από τον ενεργό κόσµο και τις συλλογικές διαδικασίες. Άγνοια των εξελίξεων και κυρίως των αλλαγών που λαµβάνουν χώρα στην αγορά εργασίας. Έλλειψη γνώσεων, τεχνικών και δεξιοτήτων που απαιτούνται για την αναζήτηση εργασίας. Έλλειψη οργανωµένων, ορθολογικών και αποτελεσµατικών τρόπων και µεθόδων αναζήτησης εργασίας (Κ.Π.ΕQUAL ΕΡΓΟ:ΠΡΑΞΗ :105)

Για να συµβάλλει ο σύµβουλος στην αντιµετώπιση αυτών των φαινοµένων, πρέπει να διαθέτει απαραίτητες γνώσεις, δεξιότητες και τεχνικές που σχετίζονται µε την οµαδική συµβουλευτική αναζήτησης εργασίας. Ο σύμβουλος, καλείται και έχει χρέος να βοηθήσει το άνεργο άτομο :

  • να αναπτύξει μια κριτική και δημιουργική σκέψη
  • να απαιτήσει μια επαγγελματική συμπεριφορά που δεν θα είναι μόνο διερευνητική
  • να απαιτήσει μια επαγγελματική συμπεριφορά που δεν θα περιορίζεται στην συγκέντρωση πληροφοριών, αλλά θα επεκτείνεται σε φάσεις ανάλυσης, κατηγοριοποίησης, ιεράρχησης και προγραμματισμού
  • να κατανοήσει, επίσης, ποια στοιχεία της συμπεριφοράς του θέλει να αλλάξει χωρίς τη σύγκρουση με τον κόσμο των αξιών του

Η ανάλυση του «εαυτού», των «παθητικών» και «ενεργητικών» στοιχείων του εαυτού, είναι μια «εσωτερική διαδικασία», που θα πρέπει ο συμβουλευόμενος να τη βιώσει γιατί αυτό είναι που τον κινητοποιεί και τον καθιστά ικανό να μετατρέψει τις παθητικές του στάσεις σε ενεργητικές.

Έργο του συμβούλου είναι να βοηθήσει τους ανέργους να συνειδητοποιήσουν τους κοινωνικούς περιορισμούς, οι οποίοι συρρικνώνουν τις επαγγελματικές του προοπτικές. Οι κοινωνικοί περιορισμοί (φτώχεια, ανεργία, αποκλεισμός, κλπ) αποτελούν μια εχθρική κοινωνική πραγματικότητα και αποτελούν εμπόδια στις επιλογές των ανέργων (Κ.Π.ΕQUAL ΕΡΓΟ:ΠΡΑΞΗ :106)

3.2.2. Οι Δεξιότητες του Συμβούλου

Ο σύμβουλος θα πρέπει να έχει ένα σύνολο γνώσεων και δεξιοτήτων ώστε να καταφέρει να βοηθήσει ουσιαστικά τον συμβουλευόμενο να ενταχθεί ξανά στην αγορά εργασίας. Χρειάζεται μια σταθερή βάση κατάρτισης και εμπειρίας, ενώ παράλληλα πρέπει να δοθεί από την πολιτεία ιδιαίτερη σημασία στο ρόλο του (Σιδηροπούλου – Δημακάκου, 1994).

Συγκεκριμένα όσον αφορά στο πλαίσιο των γνώσεων και δεξιοτήτων που απαιτούνται για τη Συμβουλευτική Αναζήτησης Εργασίας, αναφέρουμε ότι κατά πρώτο λόγο ο σύμβουλος πρέπει:

  • να είναι ικανός να εφαρμόζει τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της συμβουλευτικής αναζήτησης εργασίας (πχ δημιουργία κλίματος αποδοχής)
  • να βοηθά τους ανέργους να προσδιορίζουν, να αναπτύσσουν και να υλοποιούν τους επαγγελματικούς στόχους
  • να βοηθά τους ανέργους να εντοπίζουν όλες τις πηγές θέσεων εργασίας και να τις αξιοποιούν
  • να είναι σε θέση να μαθαίνει σε ανέργους τεχνικές δικτύωσης
  • να βοηθά τους ανέργους να διεξάγουν διερευνητικές κλήσεις
  • να βοηθά τους ανέργους να προετοιμάζουν τον φάκελό τους στην διαδικασία αναζήτησης εργασίας
  • να είναι σε θέση να μαθαίνει σε ανέργους να δημιουργούν αποτελεσματικά βιογραφικά σημειώματα και συνοδευτικές επιστολές
  • να μαθαίνει στους ανέργους τεχνικές αποτελεσματικών συνεντεύξεων επιλογής για να βρουν δουλειά και να ενταχθούν στην παραγωγική διαδικασία (Κ.Π.ΕQUAL ΕΡΓΟ:ΠΡΑΞΗ :106)

Η πρακτική εφαρμογή της Συμβουλευτικής, όπως και κάθε λειτουργίας επικούρησης και βοήθειας του ανθρώπου, βρίσκεται στη σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ των δύο μερών, δηλαδή του ειδικού και του βοηθούμενου ατόμου (Δημητρόπουλος, 2002: 111).

Τη συμβουλευτική σχέση που θα λειτουργήσει σωστά και θα οδηγήσει στην αποτελεσματική παρέμβαση βοήθειας προς το άτομο, με φυσική συνέχεια την αντιμετώπιση του προβλήματός του, την αποτελούν δύο στοιχεία, που μπορεί να είναι εξίσου σημαντικά και απαραίτητα συστατικά της:

  • Το ένα είναι τα φυσικά, ψυχολογικά, συναισθηματικά, κοινωνικά κτλ. χαρακτηριστικά των δύο μερών (του Συμβούλου, δηλαδή, και του συμβουλευόμενου ατόμου).
  • Το άλλο είναι οι μέθοδοι και τεχνικές που θα χρησιμοποιηθούν.

Με επικάλυψη, όμως, και στο ένα και στο άλλο βρίσκεται και ένα πιο σημαντικό στοιχείο, το πρωταρχικό κατά πολλούς:

η ικανότητα ή τεχνική του ειδικού να εξασφαλίσει τις προϋποθέσεις που διευκολύνουν τη δημιουργία και αξιοποίηση της σωστής συμβουλευτικής σχέσης. Γιατί αν δε δημιουργηθεί αυτή η σχέση, η Συμβουλευτική βοήθεια είναι εκ των πραγμάτων αδύνατη (Δημητρόπουλος, 2002:112).

Αντί Eπιλόγου

Η ανεργία βιώνεται ως μια φθοροποιός διαδικασία απαξίωσης και ανασφάλειας, η οποία οδηγεί στο άγχος, στην χαμηλή αυτοεκτίμηση και διαταράσσει το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων του ατόμου και της ομάδας. Οι άνεργοι νιώθουν να περιθωριοποιούνται από τους άλλους (σημαντικούς άλλους ή μη) κάτι που τους είναι πολύ δύσκολο να αντιμετωπίσουν.

Στις σύγχρονες κοινωνίες που η κοινωνική αναγνώριση, η επιτυχία και η ευτυχία εξαρτάται σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από τις «καταναλωτικές δυνατότητες» των ανθρώπων, ο παράγοντας «εργασία» αποτελεί μία από τις κύριες αιτίες κοινωνικού αποκλεισμού.

Ο ρόλος της συμβουλευτικής είναι πολύ σημαντικός και καθοριστικός γιατί διευκολύνει το άτομο να επιτύχει τις απαραίτητες αλλαγές στη συμπεριφορά του, ή στη συμπεριφορά των άλλων, ώστε να εξασφαλίσει τη συνετότερη αξιοποίηση του εαυτού του. Με αυτή την έννοια, ο ρόλος της συμβουλευτικής στην επανένταξη των ανέργων είναι να εξασφαλίσει τέτοιου βαθμού αυτογνωσία και τέτοιου βαθμού αυτοέλεγχο, ώστε το άτομο/άνεργος να εξελιχθεί σε πρόσωπο αυτοελεγχόμενο, που μέσω της δικής του βούλησης να ελέγχει την πορεία της ζωής και αυτά που του συμβαίνουν, να πρωταγωνιστεί στην ζωή του, να προγραμματίζει τις ενέργειές του και να θέτει στόχους, να αποφασίζει για τον εαυτό του, να τον αποδέχεται, και να αντισταθμίζει αποτελεσματικά τυχόν αδυναμίες του, ώστε να οδηγηθεί στην μερική και ολική αυτοπραγμάτωσή του!

Βιβλιογραφία

Ελληνική

Γράβαρης, Δ. (2003) «Η Σχέση Παθητικών και Ενεργητικών Πολιτικών Απασχόλησης στο Εσωτερικό της Συνολικής Κρατικής Παρέμβασης στην Αγορά Εργασίας. Θεωρητικό Πλαίσιο και Εμπειρικά Παραδείγματα». Στο Βενιέρης Δ. & Παπαθεοδώρου, Χ. (Επιμ.) Η Κοινωνική Πολιτική στην Ελλάδα. Αθήνα. Ελληνικά Γράμματα.

Δημητρόπουλος (2002). Η επαγγελματική ανάπτυξη του ατόμου και οι σχετικές θεωρίες. Στο Κασσωτάκης, Μ.(Επιμ.).Συμβουλευτική και Επαγγελματικός Προσανατολισμός: Θεωρία και Πράξη. Αθήνα;Τυπωθήτω-Γιώργος Δαρδανός.

Δεδουσόπουλος Α.(2000), Θεωρίες της Ανεργίας. Αθήνα: Τυπωθήτω- Γιώργος Δαρδανός, σελ. 57-83

Δεδουσόπουλος Α.(1997) Ανεργία και κοινωνικός αποκλεισμός, στον τόμο με τίτλο, Μορφές κοινωνικού αποκλεισμού και μηχανισμοί παραγωγής του, Ιδεοκίνηση.

Λεχουρίτης Γ.& Κατσορίδας Δ. (2002)  Οι ψυχοκοινωνικές επιπτώσεις της ανεργίας. Η φθοροποιός διαδικασία, περιοδικό “Τετράδια του ΙΝΕ”, τεύχος 22-23

ΙΝΕ – ΓΣΕΕ (2011). Αντωνοπούλου, Ρ., Παπαδημητρίου, Β. Δ. & Toay, Τ. Προγράμματα άμεσης δημιουργίας θέσεων εργασίας σε συνθήκες κρίσης στην Ελλάδα. Αθήνα.

Καβουνίδη Τ. (1999), Κοινωνικός αποκλεισμός: Έννοια ,κοινοτικές πρωτοβουλίες, ελληνική εμπειρία και διλήμματα πολιτικής, στο ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ  ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑΚύρια θέματα και προσδιορισμός  προτεραιοτήτων πολιτικής, Τόμος Β΄, επιστημ.υπεύθ. Κατσούλης Ηλίας, Επιμ. Καραντινός Δ., Μαράτου – Αλιμπράντη Λ.,Φρονίμου Ε.,Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, Αθήνα.

Κάντας, Α. (1996). Επαγγελματικός Προσανατολισμός και Επαγγελματικές Αποφάσεις των Νέων στις Σύγχρονες Κοινωνικο-οικονομικές Συνθήκες. Λέσχη των Εκπαιδευτικών, 14, 16- 17.

Κασσωτάκης, Μ. (2004). Η πληροφόρηση για τις σπουδές και τα επαγγέλματα και  η μεθοδολογία της. Στο: Μ. Κασσωτάκης (Επιμ.), Συμβουλευτική και Επαγγελματικός Προσανατολισμός: θεωρία και πράξη  (σελ. 279-314). Αθήνα: Τυπωθήτω-Γιώργος Δαρδανός.

ΚΟΙΝΟΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ «EQUAL» ΕΡΓΟ: ΠΡΑΞΗ Αναπτυξιακή Σύµπραξη ∆ΙΠΑ. Σύστηµα Υποστήριξης Ανέργων Υποέργο 2: Μελέτη του συστήµατος υποστήριξης ανέργων και του τρόπου εφαρµογής. Ανάπτυξη του εργαλείου της κάρτας κατάρτισης.

Λιανός Θ. & Νταούλη – Ντεμούση Α., (1998) Οικονομική της Εργασίας: εργατικός μισθός, απασχόληση και ανεργία, εργατικά σωματεία, μετανάστευση, διανομή εισοδήματος 1η έκδοση. Αθήνα: Μπένου

McLeod, J. (2003). Εισαγωγή στη Συμβουλευτική. Αθήνα: Μεταίχμιο.

Μαλικιώση-Λοϊζου, Μ. (1999). Συμβουλευτική Ψυχολογία. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Μουσούρου, Λ.,(1998) «Κοινωνικός Αποκλεισμός και Κοινωνική Προστασία». Στο Κέντρο Κοινωνικής Μορφολογίας και Κοινωνικής Πολιτικής, Κοινωνικός Αποκλεισμός : Η Ελληνική Εμπειρία, Αθήνα: Gudenberg

Νικολοπούλου- Στεφάνου Η.(1997) Πολιτικές απασχόλησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αθήνα: Παπαζήση.

Ν.4019/2011, ΦΕΚ Α 216/30.09.2011: Κοινωνική Οικονομία και Κοινωνική Επιχειρηματικότητα και λοιπές διατάξεις.

Σιδηροπούλου-Δημακάκου, Δ. (2005). Συμβουλευτική και Επαγγελματικός Προσανατολισμός. Πανεπιστημιακές Σημειώσεις.

Σιδηροπούλου-Δημακάκου, Δ. (1996). Επαγγελματικός Προσανατολισμός και Συμβουλευτική: Διαδικασία προληπτική ή θεραπευτική; Στο Γ. Μπουλουγούρης (Επιμελητής έκδοσης), Θέματα Γνωσιακής και Συμπεριφοριστικής Θεραπείας, τόμος Γ’ (σ. 94- 105). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Σιδηροπούλου-Δημακάκου, Δ. (1994). Ισότητα των δύο φύλων. Θεωρία και Πράξη στον Επαγγελματικό Προσανατολισμό, Νέα Παιδεία, 71, 118-134. Αθήνα.

Σπανού Ε.,(1999). Ανθρώπινη αξιοπρέπεια και κοινωνικός αποκλεισμός. Εκπαιδευτική πολιτική στην Ευρώπη, Αθήνα : Ελληνικά Γράμματα.

Ταλιαδώρου Α.(2008) ΟΔΗΓΟΣ ΚΑΛΩΝ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ ΕΝΕΡΓΗ ΕΜΠΛΟΚΗ και ΕΝΔΥΝΑΜΩΣΗ των ΕΥΑΙΣΘΗΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΟΜΑΔΩΝ στο πλαίσιο του Εθνικού Θεματικού Δικτύου: «Καινοτόμες Διαδικασίες Προώθησης στην Απασχόληση» της ενέργειας III της Κοινοτομίας Πρωτοβουλίας EQUAL. Χρηματοδοτήθηκε από το Ευρωπαικό Κοινωνικό Ταμείο (75%) και το Υπουργείο Απασχόλησης και κοινωνικής Προστασίας (25%)

Τσιώλης, Γ.(2003-2004). Προς μια νέα ηθική της εργασίας, Αθήνα: ΚΠ EQUAL 1 “ Equality”

Φακιολάς, Ν., (2002), Συμβουλευτική – Επαγγελματικός Προσανατολισμός και Κοινωνικός Αποκλεισμός, Στο Κασσωτάκης, Μ. (επιμ.), Συμβουλευτική και Επαγγελματικός Προσανατολισμός, Αθήνα: Τυπωθήτω, Γιώργος Δαρδανός.

Ξενόγλωσση

Dyche, L., & Zayas, L.H. (1995). The Value of Curiosity and Naiveté for the Cross-Cultural Psychotherapist, Family Process, 34(4), 389-399.

CEIES,(Statistics Users Counscil) (1999), Social Exclusion Statistics, Πρακτικά συνεδρίου, Κοινό Συνέδριο, 22 Νοεμβρίου 1999. Imac Research: Esher, HB.

Gallie, D. και Paugam, S. (2002) Social Precarity and Social Integration. Eurobarometer 56.1. Έκθεση προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Γενική Διεύθυνση Απασχόλησης. EORG: Βρυξέλλες.

Herr, E. L., & Cramer, S. H. (1996). Career guidance and counseling through the life-span. New York: Harper Collins Publ.